Showing posts with label διήγημα. Show all posts
Showing posts with label διήγημα. Show all posts

Saturday, March 29, 2014

"Βρόχος Ανακατεύθυνσης" (διήγημα)

UPDATE: Και μετά άνοιξε σπίτι στο διαδίκτυο εδώ...

ΒΡΟΧΟΣ ΑΝΑΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ
Ε.Γ. και Ωμέγα




Δύο. Μέρες. Προθεσμία. Τέλος του μήνα. Ποιανού μήνα; Κοινή λογική. Την επόμενη μέρα είναι το τέλος του μήνα. Και γιατί δε μου λες αύριο και λες στο τέλος του μήνα και μπερδεύομαι; Τέλος του μήνα κι ο μήνας έχει εικοσιοκτώ ημέρες και δεν έμαθα τι φαγητό είχε κείνη τη μέρα ο εστιάτορας. Να ’χε φτιάξει κείνους τους λαχανοντολμάδες που μ’ αρέσουν; Θα ’ταν μεγάλη γκαντεμιά αλήθεια. Τέλος του μήνα. Σήμερα. Περνάω για τα διαδικαστικά. Υπογραφή. Η καταγγελία σύμβασης μου έχει κοινοποιηθεί. Η αποζημίωση μπήκε στο λογαριασμό. Διαδικαστικά. Φοράω τα καλά μου.

Πενήντα εννέα μέρες. «Η είσπραξη του επιδόματος ανεργίας προϋποθέτει τη διακοπή της έναρξης επιτηδεύματος.» Αν δε κάνω διακοπή θα σου πληρώνω φόρο εισοδήματος κι αν δεν τον πληρώνω θα στο χρωστάω και όλο και κάτι θα τσιμπάς κι από ΦΠΑ. Κοινή λογική. Μα εσύ όχι. Εκεί. Θέλεις το σκατό μου! Θέλεις να κάτσω στην ακρούλα και ν’ αναπνέω σιωπηλά. Κοινή λογική. Σιωπηλά. Στην ουρά. Να στηθώ στην ουρά και να επιλέξω σιωπηλά, ν’ αναπνέω σιωπηλά. Εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα χίλια εξακόσια. Όριο χίλια τετρακόσια και κάτι. Θα πρέπει να γίνει διακοπή. Προθεσμία : πενήντα εννέα ημέρες . Σήμερα είναι η έβδομη.

«Όχι στην ουρά. Νουμεράκι να πάρετε.»

Αν δεν είχα εκδώσει εκείνη την απόδειξη τότε, δε θα ’χα πληρώσει φπα, φόρο εισοδήματος και θα ήμουνα τώρα στο όριο των χιλίων τετρακοσίων και κάτι, και δε θα αναζητούσαν τα εισοδήματα μου και θα ’παιρνα το επίδομα χωρίς να κάνω διακοπή. Κοινή λογική. Αν με απέλυαν δυο τρεις μήνες αργότερα θα είχα το νέο εκκαθαριστικό, που θα έδειχνε μικρότερο εισόδημα και θα ’παιρνα το επίδομα γιατί θα ήμουνα κάτω απ’ το όριο… Κοινή λογική. Ο νόμος μόνο στους ηθοποιούς επιτρέπει να έχουν μπλοκάκι παράλληλα. Αν ήμουν ηθοποιός…

Απ’ τα πολλά τσιγάρα δε μπορώ να μυρίσω το πρωί τα γαρύφαλλα. Καίω μισό ξύλο κανέλα. Είναι ωραίο το πρωινό με τη μυρωδιά της κανέλας και τη μυρωδιά από τα γαρύφαλλα, αν μπορούσα να τα μυρίσω. Θέλω κάτι να μυρίσω. Κανέλα και γαρύφαλλα. Θα μπορούσαν με τρυφερότητα να συνδυαστούν μ’ ένα γλυκό κυδώνι. Δεν είχα ξαναδεί πράσινο γαρύφαλλο. Αυτή δεν έχει καμία σχέση με τα λουλούδια ξέρει μόνο να τα διαλέγει και μετά τα αφήνει. Έτσι κι αυτή τη γαρυφαλλιά, την άφησε ξεχασμένη στη γωνία με ξεραμένες τις ακρούλες κι ένα πράσινο γαρύφαλλο και μπουμπουκάκια. Τόσο ξεχασμένη την είχε που δε μου τη χρέωσε όταν τη πήρα. Πράσινο γαρύφαλλο. Το πράσινο του φιστικιού. Μα όχι ακριβώς.

Φτιάχνω μια ιστοσελίδα μ’ ένα σχεδιαστή που βρήκα στο ίντερνετ κι είναι τζάμπα. Τζάμπα δηλαδή είναι η απλή έκδοση του γιατί για κάτι περισσότερο θέλει να πληρώσεις. Κάτι πρέπει να φτιάξω. Την έφτιαξα. Την ανεβάζω.

«Error.. Αυτή η ιστοσελίδα περιλαμβάνει βρόχο ανακατεύθυνσης.»

Βρόχος ανακατεύθυνσης,… περιλαμβάνεται. Περιλαμβάνεται,… βρόχος ανακατεύθυνσης. Καθαρίζω τα cookies. Δουλεύει. Κι ας περιλαμβάνεται ο βρόχος ανακατεύθυνσης. Βρόχος… ανακατεύθυνσης.

Η φόρμα επικοινωνίας όμως δε δουλεύει. Μπορείς να τη φτιάξεις, να τη τεστάρεις, να την ανεβάσεις αλλά δε δουλεύει, αν δε πληρώσεις. Κοινή λογική. Τώρα; Πως θα επικοινωνήσουν όλοι αυτοί μαζί μου αν δε δουλεύει η φόρμα επικοινωνίας; Πως φτιάχνεται μια φόρμα επικοινωνίας; Όλο και κάτι θα υπάρχει στο ίντερνετ. Θέλει τρία αρχεία για να δουλέψει και για να ’ναι κι όμορφη. Το ένα ορίζει τη φόρμα. Θέλω μια φόρμα που να έχει αυτό κι αυτό το πεδίο. Το δεύτερο την ενέργεια, για να δουλέψει δηλαδή το γαμημένο και όταν κάποιος κάνει κλικ στην υποβολή να αποστέλλεται email. Στη διεύθυνσή μου. Το τρίτο, το στάιλ, για να ομορφύνει, να τη δείξεις, ν’ αρέσει. Η φόρμα δουλεύει. Τώρα όλοι αυτοί θα μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί μου.

Εδώ περνάει κόσμος. Να φτιάξω ένα φυλλάδιο. Ένα φυλλάδιο. Άσπρο, πράσινο και λίγο γκρίζο. Πράσινο. Της λίμνης. Μα όχι ακριβώς.

«Ν’ αφήσω ένα φυλλάδιο; Μπορώ;»

-Κοπελιά, εσύ είσαι εδώ; Μου φωνάζει ένας μαγαζάτορας που μόλις του είχα αφήσει ένα φυλλάδιο.
-Εγώ.
-Έλα, έλα, μου κάνει.

Όπα λέω! Να τον τον πελάτη. Ενθουσιώδης όπως ήταν σκέφτομαι «τι διάολο ο πούστης; Εμένα περίμενε;» Πιάνει ένα χαρτάκι, πιέζει τη σφραγίδα του πάνω και μου το δίνει.

-Σφραγίδες, εκτυπώσεις, παράδοση στην έδρα, τιμές χονδρικής,… για τους πελάτες σου!

Συνέντευξη. Στις τρεις η ώρα.

-Ποιον θα ζητήσω;
-Μόλις ανοίξετε τη πόρτα κάποιος θα σας μιλήσει.

Στις τρεις. Μου έχουν εμφανίσει το ισοζύγιο στην οθόνη, μου έδωσαν μια περιοδική φπα και μια αριθμομηχανή και κάνω συμφωνία. Για να δουν αν ξέρω να τη κάνω σωστά.

-Δε βγαίνει το ισοζύγιο σε excel;
-Δε βγαίνει.

Για λίγο βγήκα από μένα και με κοίταγα να κοιτάω μια την οθόνη, μια τη δήλωση, κουτάκι και γραμμή, και να κάνω άθροιση στην αριθμομηχανή, της οποίας αδυνατώ να κατανοήσω τη χρησιμότητα όταν υπάρχει υπολογιστής, και ξανά, κι ενώ το ισοζύγιο θα μπορούσε να είχε βγει σε excel και να ’χα τελειώσει ήδη τη συμφωνία… κοινή λογική. Δοκιμάζεται… Ή ακόμη καλύτερα θα μπορούσε να είχε σχεδιαστεί μια αναφορά ειδικά για τη συμφωνία του φπα με μια φόρμουλα που θα ταίριαζε ποσά, λογαριασμούς και κουτάκια και να είχα τελειώσει ακόμη νωρίτερα… τη συμφωνία…

-Λάθος. Υπάρχει κάποιο λάθος εδώ.

Βρήκα το λάθος. Πέρασα. Τρεις και τέταρτο.

-Θα περιμένετε λίγο για τη συνέντευξη; Έχετε λίγο χρόνο;

Τρεις και μισή. Στις τέσσερις παρά είκοσι πέντε θα φύγω. Τέσσερις παρά είκοσι πέντε. Τινάζομαι σαν ελατήριο. «Πρέπει να φύγω.» Φεύγω. Στο δρόμο παίρνω μια ζεστή μηλόπιτα που μοσχομυρίζει ψημένο μήλο και σφολιάτα και ζάχαρη άχνη και κανέλα και κάνω μια απογευματινή βόλτα. Τρώγοντας τη μηλόπιτα. Χρειάζομαι ένα σακίδιο. Να μην είναι πολύ μικρό. Να μην είναι πολύ μεγάλο. Θέλω να φτιάξω τετράδια. Ντυμένα και δεμένα στο χέρι. Πήρα υφάσματα και χαρτιά και χαρτόνια και κλωστές και νήματα και πέντε κουμπιά.

Δύο. Κλωστές. Άσπρο, κόκκινο… Το φάκελο τον έχω ανοιχτό εδώ και μέρες, τον έχω σαλιώσει κιόλας. Στέγνωσε το σάλιο. Θα θέλει ξανά, κι ίσως να μη κολλάει όταν τον ξανασαλιώσω γιατί θα ’χω γλύψει όλη τη κόλλα. Άσπρο, κόκκινο,… Ο Παναγιώτης περιμένει ένα μάρτη κι ο Μάρτης τελειώνει. Στρίβω με το δείχτη και τον αντίχειρα, απαλά, αδύναμα, βαριεστημένα. Τον βλέπω ακόμη μπροστά μου λιπόθυμο στο πάτωμα με τα πόδια στους ώμους της Φρίντας. Άσπρο, κόκκινο…

Οι τριανταφυλλιές γέμισαν ωίδιο. Κείνο το φάρμακο δεν έκανε δουλειά. Θα δοκιμάσω σόδα και νερό. Μόνο μη χάσω τις τριανταφυλλιές. Σόδα, νερό. Πενήντα εννέα μέρες. Σήμερα είναι η εικοστή ένατη. Οι τριανταφυλλιές σώθηκαν. Διπλώνω χαρτιά. Τέσσερα. Να βάλω γραμμές στα τετράδια;

Συνέντευξη. Τη Δευτέρα. Στις έντεκα.

Sunday, May 12, 2013

Το κείμενο του Κάισαρα Νικόλαου και οι αλλεπάλληλες διορθώσεις...



Ο Καίσαρας Νικόλαος βούτηξε το φτερό της ιερής χήνας στο μελανοδοχείο κι άρχισε να γράφει με τα όμορφα, στρωτά του γράμματα στην ήδη απλωμένη περγαμηνή.

Η βία που ξέσπασε στην Γαλατία συνιστά μέγιστη πρόκληση εναντίον του Κράτους και του Προσώπου Μας. Είναι ανόητο να πιστεύει οποιοσδήποτε πως έχει δικαίωμα στην διαμαρτυρία. Είναι αντιθέτως ευνόητο, οποιοδήποτε αίτημα των υπηκόων μας να εξετάζεται από το Θεϊκό Μεγαλείο του Καίσαρα που είναι η μόνη πηγή Δικαίου. Δεν μπορούν να επιβάλλουν το δικό τους "δίκαιο" οι βάρβαροι Κέλτες που βάφουν ακόμη με χυμούς δένδρων τα πρόσωπά τους και επιτίθενται στις πάνοπλες λεγεώνες μας με πέτρες και ξύλα. Καλούμε την Σύγκλητο και τον Λαό της Ρώμης να καταδικάσουν τη νέα προκλητική ενέργεια εναντίον της ευνομίας στην αυτοκρατορία που καθυβρίζει το Θείο Πρόσωπο του Καίσαρα. Χωρίς υπεκφυγές σαν του Κικέρωνα και υποσημειώσεις σαν του Κατιλίνα. Βρούτεια μισόλογα συνδυασμένα με συμμετοχή σε οργιαστικές παγανιστικές εκδηλώσεις δεν χωράνε. Επιτέλους, ας αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους απέναντι στην Σύγκλητο, την έννομη τάξη του Καίσαρα και την Λύκαινα-Μάνα της Ρώμης.

Κάλεσε τον Γάιο Κοπιπέιστους, τον πρώτο Γραμματέα του και σκυθρωπός του έδειξε την ανοιχτή, υγρή ακόμη από το μελάνι, περγαμηνή. Αυτός, σιωπηλά και με προσεκτικές κινήσεις, την απέσπασε από το μαρμάρινο γραφείο και με συνεχείς βαθιές υποκλίσεις άρχισε να κατευθύνεται προς την έξοδο.

Όταν τελειώσετε με την αντιγραφή, να φέρετε όλα τα αντίγραφα εδώ, να τα σφραγίσω με την Βούλα μου, βροντοφώναξε ο Κάισαρας Νικόλαος πριν αποσπάσει την προσοχή του ο δίσκος με τα ολόφρεσκα σταφύλια. Και τώρα ας έρθουν οι αυλητρίδες, ψιθύρισε ενώ ξάπλωνε στο ανάκλιντρο.

Ο πρώτος γραμματέας και έμπιστος άνθρωπος του Υπουργού προσπέρασε βιαστικά το Γραφείο Τύπου που δούλευε με προσωπικό αργίας και μπήκε μερικές πόρτες παρακάτω σε ένα μικρό γραφείο που δεν είχε καμιά ταμπέλα στην πόρτα.

Ρε Γιώργη, το άτομο έχει φύγει πια τελείως, κάτι πρέπει να γίνει... Διάβασε ρε, τι μου έγραψε Κυριακάτικα για όσα έγιναν απάνω είπε στον μεσόκοπο άντρα που ήταν αραχτός πίσω από το γραφείο και έδειχνε να χαζολογάει στα κοινωνικά δίκτυα από την ταμπλέτα του.

O Γιώργης πήρε την περγαμηνή κι έπειτα την ξαναπέταξε πάνω στο γραφείο.

Καλά ρε μαλάκα, τόσο δύσκολο είναι να το πιάσεις το έργο; Διάβαζε μου εσύ να στο στρώσω εγώ στο φτερό! Αλλά κοίτα να μάθεις γρήγορα για να το κάνεις μόνος σου, δεν θα περάσω όλα τα Σ-Κ μου εδώ..."

Ο έμπιστος άνθρωπος άρχισε να διαβάζει αργά και δυνατά:

Η βία που ξέσπασε στην Γαλατία συνιστά μέγιστη πρόκληση εναντίον του Κράτους και του Προσώπου Μας.

Ο Γιώργης άρχισε να πληκτρολογεί στην ταμπλέτα του.

Το 'χω, προχώρα.

Τι το 'χεις, ρε; Πώς θα μάθω αν δεν μου λες τι αλλάζεις; διαμαρτυρήθηκε ο έμπιστος άνθρωπος και πρώτος γραμματέας.

Εντάξει άκου. Όπου σε παίρνει πλάι στο Κράτος κολλάς ένα Δικαίου και καμιά αναφορά στην χώρα. Όπου παραφεύγει ο Μεγάλος, τον σβήνεις. Όπου μπορείς γίνεσαι πιο σαφής. Απλά πράγματα, άκου το πως γίνεται λοιπόν...
Οι πυροβολισμοί εναντίον αστυνομικών στη Χαλκιδική συνιστούν μέγιστη πρόκληση εναντίον του Κράτους Δικαίου στη χώρα μας.

Κάτι πιάνω... Άρα το, Είναι ανόητο να πιστεύει οποιοσδήποτε πως έχει δικαίωμα στην διαμαρτυρία. Είναι αντιθέτως ευνόητο, οποιοδήποτε αίτημα των υπηκόων μας να εξετάζεται από το Θεϊκό Μεγαλείο του Καίσαρα που είναι η μόνη πηγή Δικαίου, γίνεται...

Μην τρέχεις κιόλας... Γίνεται, Είναι ευνόητο ότι σε μία δημοκρατική χώρα οποιοσδήποτε έχει δικαίωμα στη διαμαρτυρία. Αλλά είναι ευνόητο επίσης ότι οποιοδήποτε αίτημα εκδικάζεται από τις αρμόδιες δικαστικές ή άλλες εντεταλμένες αρχές, αλλά κρεμάει στο τέλος...

Άμα κολλάγαμε το Δεν μπορούν να επιβάλλουν το δικό τους "δίκαιο" οι βάρβαροι Κέλτες που βάφουν ακόμη με χυμούς δένδρων τα πρόσωπά τους και επιτίθενται στις πάνοπλες λεγεώνες μας με πέτρες και ξύλα, δεν κάθεται;

Μια χαρά κάθεται...και δεν μπορούν να επιβάλλουν το δικό τους “δίκαιο” κουκουλοφόροι με κυνηγετικά όπλα και μολότοφ. Μόνος σου το υπόλοιπο, το 'χεις τώρα!

Μμμ...Καλούμε την Σύγκλητο και τον Λαό της Ρώμης να καταδικάσουν τη νέα προκλητική ενέργεια εναντίον της ευνομίας στην αυτοκρατορία που καθυβρίζει το Θείο Πρόσωπο του Καίσαρα. Χωρίς υπεκφυγές σαν του Κικέρωνα και υποσημειώσεις σαν του Κατιλίνα. Βρούτεια μισόλογα συνδυασμένα με συμμετοχή σε οργιαστικές παγανιστικές εκδηλώσεις δεν χωράνε. Επιτέλους, ας αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους απέναντι στην Σύγκλητο, την έννομη τάξη του Καίσαρα και την Λύκαινα-Μάνα της Ρώμης. Κάτσε, πρώτα πετάμε έξω όλους τους μαλάκες Ρωμαίους που αναφέρει, σωστά;

Ολόσωστα!

Άρα γίνεται... Καλούμε την Βουλή και τον Λαό να καταδικάσουν τη νέα προκλητική ενέργεια εναντίον της ευνομίας στη χώρα μας, χωρίς υπεκφυγές και υποσημειώσεις. Μισόλογα συνδυαζόμενα με συμμετοχή σε εκδηλώσεις δεν χωράνε. Επιτέλους, ας αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους απέναντι στα κόμματα, την έννομη τάξη και το Εθνικό Φρόνημα». Καλά τα πήγα;

Θέλει λίγο στρωσιματάκι ακόμα... Η Βουλή είναι για τα μπάζα και τον Λαό όσο λιγότερο τον ανακατεύεις τόσο το καλύτερο. Οπότε, Καλούμε όλα τα κόμματα και όλους τους φορείς να καταδικάσουν τη νέα προκλητική ενέργεια εναντίον της ευνομίας στη χώρα μας, χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις, για να μην έχουμε και υπεκφυγές και υποσημειώσεις. Αστερίσκοι, ωραία λέξη...

Οκέι, το 'χω! Μισόλογα συνδυαζόμενα με συμμετοχή σε εκδηλώσεις στήριξης δεν χωράνε. Επιτέλους, ας αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους απέναντι στην ελληνική κοινωνία, την έννομη τάξη και το Σύνταγμα. Γαμάω, τώρα;

Ναι ρε, είδες πόσο απλό είναι; Δώστο στα κορίτσια να το στείλουνε. Με δυο-τρία στρωσίματα ακόμα θα γίνεις ξεφτέρι. Και θα σε πάρω να βγάζεις κάνα εξτραδάκι και στην Ομάδα Αλήθειας...



Thursday, April 3, 2008

Η Ειρήνη Περπατάει Στον Δρόμο


Από την Καθημερινή:
Ο Μπους κάλεσε τη Ρωσία να αποδεχθεί τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ ώς τα νότια σύνορά της, με το επιχείρημα ότι η Βορειοατλαντική Συμμαχία «είναι μια ομάδα χωρών αφοσιωμένων στην Ειρήνη».



Η Ειρήνη περπατάει στον δρόμο. Χαζεύει τις βιτρίνες και σκέφτεται γιατί στο διάολο μόνο αυτή από όλους τους γνωστούς της δεν μπορεί να ψωνίσει κάτι ακόμα και από τις προσφορές. Ή μάλλον ξέρει, αλλά δεν θέλει να το σκέφτεται. Όλα της τα λεφτά, όπως τα παίρνει, κάθε μήνα πηγαίνουν στις Τράπεζες. Όταν ανέβηκε η κυμαινόμενη δόση του στεγαστικού που είχε πάρει στο όνομά της για να "μην χώνουμε τα ίδια λεφτά στο νοίκι" όπως της είχε πει ο αξιότιμος μαλάκας της που λίγο αργότερα αποφάσισε να την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια σε όποια γκόμενα έβρισκε από την ζωή της, η Ειρήνη άρχισε να βγάζει κάρτες και να ελπίζει πως θα πουλήσει το σπίτι που στο μεταξύ το είχαν κάνει γιαπί για να βάλουνε, λέει, εντοιχισμένες συσκευές στην κουζίνα, καινούρια υδραυλικά στο μπάνιο, κρεβατοκάμαρα καλής βιοτεχνίας, φυσικό αέριο, τηλεόραση πλάσμα και κρυφούς φωτισμούς. Έξι μήνες αργότερα, δηλαδή σήμερα, το σπίτι είναι σταματημένο και ακατοίκητο, οι τεχνίτες που έχουν πάρει προκαταβολές εξαφανισμένοι, η Ειρήνη έχει μόλις λάβει την έξωση από το νοικιασμένο διαμέρισμα και περπατά στους δρόμους εν πλήρη απελπισία.
Είναι η ώρα να δοθεί μια λύση. Είναι η ώρα το ΝΑΤΟ να αποδείξει έμπρακτα τα λόγια του Προέδρου Μπους.
Μια ίλη τεθωρακισμένων εμφανίζεται στο κέντρο της πόλης. Αποτελείται από δώδεκα τανκς και τέσσερα θωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού. Περικυκλώνουν την Τράπεζα που έχει το δάνειο της Ειρήνης. Ειδικά κομμάντα ορμάνε μέσα και ακινητοποιούν όλους τους υπαλλήλους.
Την ίδια στιγμή, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, που έχει εντοπίσει την Ειρήνη μέσω δορυφόρου και έχει κατευθυνθεί πεζός για να την συναντήσει, φτάνει μπροστά της και υποκλίνεται.
- Miss Irini, I presume. Would you be kind enough to follow me?
Η Ειρήνη φυσικά τα χάνει. Ακολουθεί τον άγνωστο άνδρα που κάτι της θυμίζει και αποπνέει κι έναν αέρα εξουσίας μέχρι το περικυκλωμένο κατάστημα της Τράπεζας.
- It's your choice dear. What do you want us to do with those bastards? They ruined your life, but now it's payback time...
Μπροστά στα πόδια της μια ομάδα της Αντιτρομοκρατικής, φέρνει κρεμασμένο ανάποδα από το συρματόσχοινο ενός ελικοπτέρου τον μαλάκα της.
- What about him? We can ship this asshole right now to Guantanamo... you don't need to speak, just nod and we...
- Who the fuck are you? ρωτάει η Ειρήνη με τα απλά αλλά ουσιαστικά αγγλικά που έχει μάθει βλέποντας σήριαλ δράσης στην τηλεόραση.
- Well, NATO forces, dear. And we are fully devoted to you. So, now we only need...
- Get the fuck off my city! φωνάζει η Ειρήνη. Get the fuck off my country, get the fuck off my life! Now! I don't need YOU solving ΜΥ problems!
Ο Γενικός Γραμματέας παγώνει. Ψιθυρίζει μερικές λέξεις στο κινητό του και το ελικόπτερο της Αντιτρομοκρατικής αφήνει τον κρεμασμένο από το συρματόσχοινο άντρα να σκάσει μπροστά στα πόδια της Ειρήνης. Τα ειδικά κομμάντα, τα άρματα μάχης και τα θωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού εξαφανίζονται με ταχύτητα διπλάσια της ανάπτυξής τους.
- Ωωωχχχχ, λέει ο άντρας που βρίσκεται τώρα ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο.
- Ήξερα πως ήσουνα μαλάκας, λέει απλά η Ειρήνη, δεν περίμενα να μου το πει το ΝΑΤΟ.
Κι έπειτα απομακρύνεται, με το δάνειο και τις κάρτες της να την ζορίζουν αλλά ξαλαφρωμένη και εντελώς ελεύθερη από κάθε απελπισία.

Saturday, May 26, 2007

Μέσα Στα Σύννεφα Της Σκόνης


Είδα να βάζουν το όνομα εκείνης της γυναίκας, της Felicia Dunn - Jones στην επίσημη λίστα χτες το βράδυ. Δεν την γνώρισα ποτέ μου, φαίνεται καλός άνθρωπος από τις φωτογραφίες. Όμως το δικό της όνομα θα χαραχτεί στο Μνημείο, ενώ το δικό μου όχι. Δεν ξέρω αν είναι δίκαιο ή άδικο αυτό, στο κάτω-κάτω αυτή είναι νεκρή και εγώ ζωντανή. Ακόμα.

Εκείνο το πρωί έκανα ότι και κάθε μέρα, καθάριζα γραφεία. Καθάριζα γραφεία στο Νιου Τσέρσυ. Θυμάμαι την σιωπή, θυμάμαι τα μισοάδεια χάρτινα ποτηράκια του Στάρμπακς που έριχνα μέσα στην μεγάλη σκουπιδοσακούλα, τα καλάθια των γραφείων που αναποδογύριζα όταν πέσανε τα αεροπλάνα πάνω στους Πύργους.

Θυμάμαι τις εικόνες στις ανοιχτές τηλεόρασεις, την τρέλα με τα κινητά, την αγωνία που μας έπιασε όλους, το σύννεφο της σκόνης που σκέπασε την πόλη σαν σεντόνι. Τον φόβο...

Θυμάμαι από το ίδιο κιόλας απόγευμα, τα τηλέφωνα να πέφτουνε βροχή, και την πίεση για υπερωρίες. Το φορτηγό της εταιρείας που μας πήγε το ίδιο βράδυ στο Μανχάτταν να καθαρίσουμε σπίτια, γραφεία, κλιμακοστάσια, ολόκληρα κτήρια, πνιγμένα από την σκόνη. Τα ξεσκονόπανα που γίνονταν μαύρα με την μία, τις σακούλες στις επαγγελματικές σκούπες που γέμιζαν αμέσως. Τα στόρια που όταν έμπαινες στον χώρο φαίνονταν διπλά σε όγκο. Τους εξαεριστήρες που ξερνούσαν σκόνη απ΄ τα κανάλια. Μια βδομάδα ολόκληρη, δεν σταματήσαμε λεπτό. Πήραμε καλά λεφτά, δεν λέω, χίλια διακόσια δολλάρια βδομαδιάτικο δεν είχα ξαναπάρει ποτέ, ούτε και ξαναπήρα από τότε...

Με γάντια ξεκινήσαμε και μάσκες. Πόσες ώρες όμως μπορείς να δουλέψεις με την μάσκα; Όλοι θέλανε το δικό τους διαμέρισμα, το δικό τους γραφείο, να καθαριστεί πρώτο. Ό εργοδηγός έφερνε άσχετους, έπαιρνε ανθρώπους απ' το δρόμο για να προλάβει την δουλειά... Και όσοι ξέραμε, τρέχαμε από δω κι από κει και δείχναμε, διορθώναμε, ισιώναμε τα λάθη, σχεδόν δεν κοιμηθήκαμε καθόλου εκείνη την βδομάδα. Τρώγαμε στο πόδι πάνω στην δουλειά για να προλάβουμε την ζήτηση, να βγάλουμε κάτι παραπάνω. Παίρναμε χάπια για να μην κοιμηθούμε, να τελειώσουμε, να μείνουν ευχαριστημένοι οι πελάτες, να πληρωθούμε...

Ναι, αρκετοί άρχισαν να βήχουν από τότε. Η σκόνη... όποιος έχει δουλέψει στους καθαρισμούς ξέρει πως η σκόνη είναι αλλεργιόγονα... αλλά ποιός προλάβαινε να δώσει σημασία;

Όταν γύρισα τελικά στο σπίτι, θυμάμαι, τα ρούχα μου ήτανε κοκαλωμένα από την σκόνη. Μούλιασα στην μπανιέρα, αλλάζοντας συνέχεια νερά, μέχρι να καθαρίσω. Έφτυνα φλέμματα σχεδόν στερεά, κομμάτια από μπετό και άμμο, περίπου δυό βδομάδες.

Τα λεφτά ήταν καλά. Το μετά δεν ήταν. Πάνω στο εξάμηνο άρχισα να έχω προβλήματα. Σήμερα έχω κατεστραμμένους πνεύμονες. Με δυσκολία ανασαίνω. Και δεν μπορώ να διεκδικήσω αποζημίωση ή περίθαλψη. Με λένε Μαρία Μεντέζ και το όνομα μου δεν θα χαραχτεί ποτέ στο Μνημείο, δίπλα σ' αυτό της Φελίτσια. Γιατί την 11η Σεπτεμβρίου, παρ' όλο που καθάρισα το μισό Μανχάτταν, για την Αμερική δεν υπήρχα, δεν ήμουν καν εδώ, αφού δεν μου είχαν δώσει ακόμα την Πράσινη Κάρτα...

Tuesday, May 15, 2007

Οι Ένοχοι Φοράνε Πράσινα Παπούτσια



Σε μια φανταστική χώρα, σε μια φανταστική εποχή, ένας εισαγγελέας που λεγόταν Εφιάλτης συζητούσε με έναν ανακριτή που λεγόταν Δακρυγόνος μπροστά σε δύο φωτογραφίες για να αποφασίσουν αν συμφωνούν ή όχι για την προφυλάκιση ένος δεκαεννιάχρονου που λεγόταν ΠΚ. Ο καθαρά μυθιστορηματικός διάλογος που ακολουθεί, προσπάθησε πολύ να φαίνεται σαν απομαγνητοφώνηση.

Κριτς-κρατς, κριτς-κρατς, κριτς-κρατς από φτηνά ιταλικά λουστρίνια που πηγαινοέρχονται νευρικά στο πάτωμα.

- Θα κάτσεις σε μια μεριά; Μου 'χεις σπάσει τα αρχίδια μ' αυτό το πηγαινέλα. Άντε, αποφάσισε. Να τον χώσουμε μέσα να τελειώνουμε...

- Δεν είναι ρε μαλάκα αυτός σου λέω. Δεν βλέπεις τις φωτογραφίες; Τυφλός είσαι;

Κριτς-κρατς, κριτς-κρατς, κριτς-κρατς.

- Ναι, ξέρεις εσύ καλύτερα από τον Υποστράτηγο Ζαρτινιέρα... πεινάω, μεσημέριασε, χώστο το τσογλάνι να τελειώνουμε που σε πιάσανε οι αμφιβολίες τώρα!

- Ρε, θα γίνουμε ρόμπα...

Κριτς-κρατς, κριτς-κρατς, κριτς-κρατς.

- Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Ο πιτσιρικάς είναι ένοχος. Τελείωσε, θα πάει μέσα.

- Μα γιατί; Αφού δεν είναι αυτός που τα σπάει. Είναι άλλος.

- Το ξέρω...

Κριτς! Χωρίς κρατς.

- ...αλλά θα πάει μέσα.

Κριτς-κρατς, κριτς-κρατς.

- Θα τα πάρω... Να πάει, αρκεί να μου εξηγήσεις γιατί. Για να μην γίνει η έρευνα για τις συνθήκες κράτησης των 49; Για να καλύψουμε τον Ζαρτινιέρα; Γιατί έτσι γουστάρει το Υπουργείο; Εξήγησε μου και τον χώνω αμέσως. Αλλά εξήγησε μου, ρε γαμώ!

- Καλά, μαλάκας είσαι; Με νοιάζει εμένα η έρευνα; Θα καλύψω εγώ τον Ζαρτινιέρα; Δεν πα' να τους περάσουνε ΕΔΕ όλους τους μπάτσους και να τους αποτάξουνε! Εγώ θα τους νοιαστώ; Η Δικαστική Εξουσία είναι ανεξάρτητη αγόρι μου, το λέει και στο Σύνταγμα! Έβγαλες και Νομική κακομοίρη...

Κριτς-κρατς, κριτς-κρατς, κριτς-κρατς.

- Ε, τότε τι έχεις πάθει και θες ντε και καλά να τον προφυλακίσουμε; Γιατί τέτοια μανία; Αφού δεν είναι ένοχος, ήτανε αλλού λέμε την ώρα που τα σπάγανε οι άλλοι...

- Είναι ένοχος. Κοίτα την φωτογραφία καλά, όχι του άλλου, την δική του...

Κριτς-κρατς.

- Την βλέπω.

- Και; Δεν είναι ένοχος;

- Άντε πάλι. Γιατί ρε είναι ένοχος;

- Για ειδεχθή κακογουστιά. Μπλε μπλουζάκι; Γκρι Βερμούδα; Με Πράσινα Παπούτσια; Όποιος ντύνεται έτσι είναι ένοχος για όλα!

- Ρε, δίκιο έχεις. Φέρε να υπογράψω. Να πάει φυλακή το τσογλάνι, να μάθει να ντύνεται...

Χριτς-χράτς υπογραφών. Κριτς-κράτς, τα φτηνά λουστρίνια αποχωρούν. Με φλοπ-φλοπ αποχωρούν κι οι βελούδινες φουντωτές παντόφλες...

Sunday, April 15, 2007

Ένα Όμορφο Πρόσωπο


Μια φορά κι έναν καιρό, αλλά μέσα στη τελευταία δεκαετία, ήταν ένα όμορφο πρόσωπο που ένιωσε την ανάγκη να ανέβει στο τραίνο της Διασημότητας.

Η μόνη πόρτα του τραίνου που μπορούσε να φτάσει ήταν αυτή της τηλεοπτικής κλινάμαξας. Το όμορφο πρόσωπο πήρε την απόφαση κι ανέβηκε τα σκαλοπάτια.

Έμεινε εκεί όσο χρειάστηκε κάνοντας ότι έπρεπε για να πληρώνει την παραμονή του και τελικά τα κατάφερε να αποκτήσει την δική του μικρή κουκέτα στο τραίνο.

Άλλαξε βαγόνι, μπήκε στο καμπαρέ, πήρε ένα καμαρίνι μεγαλύτερο από την κουκέτα που είχε, και μόνο περιστασιακά χρειαζόταν πια να επιστρέφει στην κουκέτα της κλινάμαξας.

Ξανάλλαξε βαγόνι, μπήκε στην βιοτεχνία των ονείρων και το σοβαρό δράμα, είχε πια εξασφαλισμένη θέση στο τραίνο κι εξέφραζε απόψεις για την πορεία του, αλλά και την ίδια την Φύση της Διασημότητας. Μπορεί να ήταν πια διαμετρικά αντίθετες με τις αρχικές του απόψεις, αλλά για στάσου, και ποιός δηλαδή δεν αλλάζει; Αυτό που είχε σημασία για το τραίνο ήταν εκείνο το υγρό βλέμμα που διέθετε, αυτό που είχε ξετρελάνει κάποτε τους επιβάτες της κλινάμαξας.

Και φυσικά ποτέ δεν είχε σημασία πως αυτό το βλέμμα ήταν τίγκα στα ευφορικά...

Wednesday, April 4, 2007

Ο Ψαράς κι ο Παπάς



Ο Πέτρος είναι ψαράς. Εντάξει τύπος, δουλευταράς, έντιμος και τέτοια, αλλά εδώ που τα λέμε μεροκαματιάρης... Πιάσε ψάρια, πούλα ψάρια, φάε ψάρια κι αύριο πάλι τα ίδια. Καμιά ανάγκη να γίνει κάτι άλλο... Καμιά μαγκιά να αρπάξει την ευκαιρία.

Και του έτυχε μια ευκαιρία του μπαγάσα! Ο Μεγάλος. Και τι την έκανε ο Πέτρος; Παρ΄ όλο που ήταν το δεξί του χέρι τόσον καιρό, όταν εκείνος την έκανε γι αλλού, ο Πέτρος ακόμα ψαράς έχει μείνει κατά βάθος. Που πας ρε Πέτρο, αγόρι μου; Κβο Βάντις στον κόσμο που ζούμε;

Άσε που όπως το κόβω, δεν έχει μάθει τίποτα από την περιπέτεια. Ούτε πως παίξανε, ούτε πως χάσανε ο Μεγάλος κι οι δικοί του. Ούτε γιατί γίνανε το πιο χοτ κόλπο στην πόλη εν μία νυκτί, με τρεις παραστάσεις την ημέρα και τον κόσμο να τα φέρνει, ούτε για πότε κατέβηκε το έργο τους μόλις χάλασε την μαγιονέζα των Κατάλληλων Ανθρώπων και βρεθήκανε οι έντεκα κι οι γκρούπις του Μεγάλου να κρύβονται σαν τα ποντίκια. Στο Μάρκετινγκ μηδέν, μιλάμε. Και στην Πολιτική, ακόμα χειρότερα, κάτω από το μηδέν. Δεν θα στην κάνουνε οι ξένοι, μάγκα μου, οι Αποικιοκράτες μάς βλέπουνε σαν κάτι που σερβίρει τα τραπέζια τους, πληρώνει φόρους για να κάνουνε αυτοί στον τόπο τους Μνημεία και κάθεται όποτε γουστάρουνε στο ένα πόδι σαν τον ερωδιό. Οι Δικοί σου θα στην κάνουνε μεγάλε, οι Κατάλληλοι Άνθρωποι, που έχουνε ανοιχτή σύνδεση με τον Κύριο (ή έτσι λέει το παραμύθι τους, το ίδιο κάνει αν όλοι το πιστέψουν) και γεμίζουν τα ταμεία τους πουλώντας χωριστά την κάθε κλήση. Και να τα μοσχάρια, και να τα χρυσάφια, κι ο Κύριος τώρα μιλάει στην άλλη γραμμή, ξαναπεράστε αύριο με το σωστό αντίτιμο να δούμε το θέμα σας...

Από μέσα τα ξέρω, κι εγώ με τους Καταλληλους Ανθρώπους είμαι. Περιμένω υπομονετικά στην ουρά, τραβάω καμμιά αγκωνιά που και που, όταν δεν με βλέπουνε, να βρεθώ μια θέση πιο μπροστά και περιμένω πότε θα αρχίσουνε να ψοφάνε ένας - ένας οι Αρχαιότεροι, να καταφέρω κάπως να βάλω χέρι στην ανοιχτή σύνδεση με τον Κύριο... Αλλά τραβάει σε μάκρος η ιστορία, αδερφέ μου, κι ο ανταγωνισμός γίνεται ολοένα και σκληρότερος. Η αγορά είναι μικρή κι υπάρχει και το φυλετικό στην μέση... Μόνο όποιος έχει γεννηθεί δικός μας, άκου τώρα μαλακία... Τόσος κόσμος υπάρχει εκεί έξω και μεις κολλημένοι να στύβουμε τους ελάχιστους δικούς μας. Τα σύνορα πεσμένα κάτω, αγορά να την ζηλεύεις, κι εμείς όχι, είναι ακάθαρτοι αυτοί, δεν τους μιλάμε, λίγα και καλά...

Τον έχω κάτω στο κελί τον Πέτρο, και το βλέπω μπροστά μου ολόκληρο το έργο. Τώρα που είμαι ακόμα πιτσιρικάς λέει να την κάνω. Αντί να περιμένω στην ουρά για την Παραδοσιακή, να ανοίξω Νέα σύνδεση. Φτηνή, χωρίς φυλετικά και παπαριές. Όποιος Πρόλαβε Τον Κύριο Είδε. Κι οι φτωχοί κι οι ρωμιοί κι οι δούλοι κι οι μαύροι... Όλοι Μέσα. Πιο πολύ τρέξιμο, ναι, αλλά άμα παίρνεις λίγα από πολλούς, στο τέλος έχεις τόσα, όσα κι αν έπαιρνες πολλά από λίγους. Ίσως και περισσότερα...

Μόνο που πρέπει να βρεθώ μπροστά, στην πρώτη δωδεκάδα. Γι αυτό ο Πέτρος είναι το κλειδί μου. Και να κάτσουμε να φτιάξουμε μερικά βιβλία κι ένα ωραίο λογότυπο. Και μάλλον πρέπει να βρώ κι ένα ψευδώνυμο. Δεν λέει το Σαούλ για διεθνή καριέρα...

Monday, February 26, 2007

Η Άσπρη Σκόνη Της Καίτης

Η Καίτη ήτανε γαμώ τα παιδιά, σαν να λέμε!
Έσπρωχνε μια σκόνη άσπρη, καθαρή, κρυσταλική που δεν είχε καμιά σχέση με την πρέζα. Την έλεγε Κάπα Άλφα κι εμείς όλα τα κωλόπαιδα της φάσης, σαν να λέμε, κάναμε πλάκα με το όνομα. Οι πιο πολλοί πιστεύαμε πως την είχε βγάλει έτσι από τα πρώτα γράμματα του δικού της ονόματος, μαρκετίστικη φάση κι έτσι, για να μην ξεχνάμε πως μόνο αυτή την είχε. Ο Μήτσος που ήταν κανονικά άρρωστος με τα σταυρόλεξα έλεγε πως το όνομα προερχόταν από το Αιγυπτιακό Κα, την Ψυχή των Αρχαίων Αιγυπτίων. Έτσι το έλεγε όπως στο γράφω, σαν να λέμε, άκουγες τα κεφαλαία στην αρχή των λέξεων...
Γινόντανε πολλά μυστήρια μ' αυτή τη σκόνη. Σαν να λέμε, δεν είχε καμιά σχέση με τα σκατά που παίρναμε συνήθως. Μαστούρα μηδέν η Κάπα Άλφα. Αλλά μόλις τραβούσες μια μυτιά το μυαλό σου γέμιζε με σκέψεις. Καθαρές, πεντακάθαρες, ολοκληρωμένες. Και δεν ήτανε ακριβώς σκέψεις, ήτανε σαν να λέμε νοιώσιμο. Σκεφτόσουνα "Η Γη Γυρίζει" κι ένοιωθες το γύρισμα της, την κλίση του άξονα, τον Μαγνητικό Βορρά και τον Γεωγραφικό, έτσι αληθινά, σαν να 'σουνα, σαν να λέμε, μιά από αυτές τις κωλοπάπιες που ταξιδεύουνε τον μισό κόσμο χωρίς να χάνουνε το δρόμο τους ποτέ. Αυτό ήτανε το πρώτο μυστήριο.
Γιατί η Καίτη κάπου την έβρισκε. Και το που, σαν να λέμε, ήτανε το δεύτερο μυστήριο. Δεν είχε νταραβέρια με τους γνωστούς εμπόρους, ούτε με τα ντηλέρια τους. Άσε που δούλευε κανονικά, καθαρίστρια κι έτσι, ωρομίσθια σε μια εταιρεία καθαρισμών μεγάλη, έφευγε κάθε πρωί με την φόρμα της που έγραφε την φίρμα, και γύριζε το απόγευμα. Και πότε είχε πολύ, πότε είχε λίγη Κάπα Άλφα, πότε καθόλου. Τρίτο μυστήριο αυτό. Σαν να λέμε, κάτι ξέρουμε τόσα χρόνια στην πιάτσα από τέτοιες δουλειές. Το κάθε ντηλέρι έχει ένα απόθεμα δικέ μου, μια ποσότητα που ή κάποιος την φέρνει και του παίρνει τα φράγκα, ή την παίρνει στην αρχή με το δικό του κεφάλαιο και έχει μέχρι να του τελειώσει και φυλάει τα φράγκα για να ξαναψωνίσει, μικρεμπόριο κι έτσι. Η Κάιτη αρχήδια... Μας την έδινε τζάμπα, για το χαβαλέ. Κι όταν αρχίσαμε να θέλουμε όλοι, γίναμε σαν να λέμε αυλικοί της, προσπαθάγαμε να την πληρώνουμε κάπως, ή να της κάνουμε δουλειές... Να της βάφουμε το σπίτι, να της ψωνίζουμε, να της πηγαίνουμε δώρα, τέτοια πράματα. Σαν να λέμε, εντάξει και με την πρέζα το τζάμπα στην αρχή παίζει, αλλά μετά το ντηλέρι σε γαμάει, σαν να λέμε, γιατί κι αυτόν τον γαμάει ο έμπορας και τον έμπορα ο εισαγωγέας και πάει κορδόνι το γαμήσι. Με την Καίτη δεν είχε τέτοια. Άμα είχε, είχε, κι όποιος προλάβαινε σαν να λέμε. Και λεφτά δεν ζήταγε ποτέ, ούτε τα φύλαγε άμα της έδινες, τα σκόρπαγε. Δηλαδή μαρκετίστικα το θέμα το γαμούσε, σαν να λέμε... κι έτρεχε κάθε πρωί στην εταιρεία να καθαρίζει σκάλες για να πληρώνει το νοίκι. Στην πείνα, τετρακόσα πενήντα καθαρά το μήνα έβγαζε από κει, μας το ΄πε, σαν να λέμε...
Άμα ήμουνα εγώ που την είχα την Κάπα Άλφα θα ΄χα φτιαχτεί πεντακόσες φορές. Πολυκατοικία, σαν να λέμε, θα έκανε η Καίτη αν είχε μυαλό... Γιατί αυτή η Κάπα Άλφα σαν να λέμε, όταν την παίρναμε αν δεν χαζολογούσαμε να σκεφτόμαστε ότι "Γυρίζει Η Γη" και τέτοια, σου άνοιγε δρόμους. Ο Μήτσος, σαν να λέμε, φορτωμένος Κάπα Άλφα, μπουκάρισε ένα μεσημέρι σε ένα Διαγωνισμό Σταυρόλεξων κι έφυγε από κει με πέντε χιλιάρικα ευρώπουλα, σαν να λέμε. Έλυσε ότι είχανε και δεν είχανε οι τύποι σε χρόνο ρεκόρ. Και στο καπάκι γνώρισε τον Εκδότη κι άρχισε να του φτιάχνει σταυρόλεξα πανδύσκολα, σαν να λέμε, άλυτα του κερατά.
Εγώ από την άλλη, που καβάλαγα το σανίδι από μικρός, κι έγω φτιάχτηκα παρομοίως σαν να λέμε. Μπήκα σε ένα κόντεστ που κάνανε έδω κάτι Ολλανδοί μπορντάδες, είχανε φέρει και πίστα και τα γονάτισα όλα, σήκωσα το χρήμα. Μέχρι βίντεο ατομικό μου κάνανε οι Ολλανδοί, ακόμα και τώρα τσιμπάω λεφτά από τα δικαιώματα...
Δεν γινότανε λέμε να μην κερδίσω... Αφού την ένοιωθα την πίστα, το σανίδι, το κορμί μου, τις γωνίες, που πως και πόσο πρέπει να πατήσω για να γίνει το κόλπο, έβλεπα σαν να λέμε μπροστά μου όλη την αλήθεια καθαρή, κι όχι μόνο την ώρα του κόντεστ. Ένοιωθα τι θέλει ν΄ακούσει ο Ολλανδός, πότε να του ζητήσω συμβόλαιο, πόσα να του πάρω, πως να τον ψήσω, όλα σαν να λέμε, μπροστά μου απλωμένα.
Μόνο όμως όταν ήμουνα φορτωμένος Κάπα Άλφα. Αλλιώς ήμουνα σαν το τούβλο, βλάκας του κερατά, σαν να λέμε. Κι ο Μήτσος τα ίδια, το κουβέντιασα μαζί του. Κι η Καίτη στον κόσμο της, πότε είχε πότε δεν είχε κι όποιος προλάβαινε...
Ένα απόγεμα την βάλαμε κάτω με τον Μήτσο και της ξηγηθήκαμε. Θα κόβαμε τις μαλακίες, αυτή θα έφερνε Κάπα Άλφα μόνο σε μας κι εμείς θα την φτιάχναμε, Συνεταιρισμός κι έτσι, με σπίτια, αυτοκίνητα κι ότι άλλο γούσταρε. Ο Μήτσος θα έδινε σταυρόλεξα παντού κι εγώ θα τίναζα την μπάνκα στο σανίδι παγκοσμίως. Τα 'χαμε υπολογίσει. Δεν λέγαμε αρχηδιές, σαν να λέμε. Με την Κάπα Άλφα θα γινόμασταν κορυφή. Και θα παράταγε και τα ωρομίσθια καθαρίστρια για τετρακόσια πενήντα να τρίβει σκάλες...
Η Καίτη έβαλε τα γέλια. Σαν να λέμε, κατάμουτρα... Μας είπε πως άμα σταματούσε το καθάρισμα δεν θα έπαιζε Κάπα Άλφα. Εκεί την έβρισκε, στην δουλειά, τζάμπα...
Διότι όπως μας είπε, σαν να λέμε, η εταιρεία που δούλευε καθάριζε το Press Room. Και μετά από κάθε Καθημερινή Ενημέρωση Τύπου εμφανιζότανε στην αίθουσα αυτή η άσπρη σκόνη. Άλλοτε λίγη, άλλοτε πολύ...
Όπως μας είπε τελικά τό μόνο που καθόριζε την πόσοτητα της σκόνης ήταν το πόσο κάθε μέρα εκεί μέσα Κονιορτοποιούσαν την Αλήθεια...

Sunday, February 25, 2007

Ημερήσιο και Νυχτερινό Δημαρχείο

Ο Γιάννης χτύπησε το τζάμι στο κουβούκλιο του νυχτοφύλακα μέσα στο Παλιό Δημαρχείο της Πόλης για πρώτη φορά ένα βράδυ του χειμώνα. Μόνο που ο φετινός χειμώνας δεν ήτανε χειμώνας όπως τον ήξερε η Πόλη. Δεν είχε χιόνια, ούτε κρύο, κι όλοι μιλούσανε για το φαινόμενο του Θερμοκηπίου.

"Καινούριος έτσι;" του είπε ο Απογευματινός Φύλακας, ένας κατάξανθος νεαρός με περίεργα μυτερά αυτιά, βγαίνοντας. Φορούσε ένα μυστήριο λαμπερό εφαρμοστό ρούχο που αγκάλιαζε το σώμα του σαν γάντι. Κρατούσε ένα γυαλιστερό σωλήνα. Μυστήριο ντύσιμο, σκέφτηκε ο Γιάννης.

"Άκου, αν θέλεις να την βγάλεις εδώ, ότι κι αν δεις την νύχτα, ότι κι αν ακούσεις, κράτα το στόμα σου κλειστό και μην βγεις για κανένα λόγο από το κουβούκλιο" είπε ο απογευματινός. "Κι ότι απορίες έχεις θα στις λύσει ο Πρωινός, είναι παλιός αυτός, ξέρει..."

Και πριν προλάβει να πει κουβέντα ο Γιάννης, ο απογευματινός την έκανε.

Τα φώτα σβήσανε αυτόματα γύρω στις δέκα και μισή. Ο Γιάννης είχε ξεχάσει την κουβέντα του απογευματινού. Είχε βάλει το φορητό του MP3 να παίζει, κουτσόπινε έναν καφέ που είχε κρυώσει και κάπνιζε. Ονειροβατούσε.

Και σιγά-σιγά το πελώριο Δημαρχείο γέμισε με κόσμο και φλόγες από πυρσούς. Και λίγο αργότερα εκατοντάδες σκιές άρχισαν να τρέχουν πάνω-κάτω φωτίζοντας τον δρόμο τους με δάδες αναμμένες, να πηγαινοέρχονται μέσα στο Δημαρχείο.

Ο Γιάννης δεν πίστευε στα μάτια του. Το MP3 έπαιζε ακόμα και μέσα από το τζάμι έβλεπε τα σούρτα-φέρτα κατάπληκτος. Όμως έβλεπε και κάτι άλλο. Έβλεπε το σκοτεινό και άδειο Δημαρχείο, σαν σε διπλοτυπία. Έκανε να ανοίξει την συρόμενη πόρτα του κουβουκλίου, μα η προειδοποίηση του απογευματινού ξανακούστηκε δυνατά στα αυτιά του. Ότι κι αν δεις την νύχτα, ότι κι αν ακούσεις...

Είδε πολλά κι άκουσε ακόμα πιο πολλά όλη την νύχτα. Είδε πλάσματα που δεν ήταν ανθρώπινα, άκουσε κολασμένα ουρλιαχτά, δυνάμωσε το MP3 στ' αυτιά του, κάπνισε παραπάνω, χέστηκε πάνω του, όμως δεν βγήκε από το κουβούκλιο.

Ξημέρωσε. Τα πλάσματα αραίωσαν και σιγά-σιγά εξαφανίστηκαν. Τα μάρμαρα του Παλιού Δημαρχείου ξανάγιναν λευκά, ο Πρωινός Φύλακας του χτύπησε το τζάμι. Ο Γιάννης άνοιξε την συρόμενη πόρτα και βγήκε.

Ο άντρας ήταν μαυροντυμένος κι είχε τα χέρια του τυλιγμένα σε γάζες. Το πρόσωπό του δεν φαινόταν, τα πέτα του παλτού του ανέβαιναν ψηλά. Φορούσε ακόμα έναν μαύρο σκούφο που του κατέβαινε χαμηλά στο μέτωπο και μαύρα, κατάμαυρα γυαλιά. Κρατούσε ένα πορσελάνινο φλιτζάνι με ένα κόκκινο υγρό και μια μυστήρια συσκευή που έμοιαζε με γραμμόφωνο. Μπήκε στο κουβούκλιο κι έκανε να κλείσει την πόρτα.

"Είσαι καινούριος ε;" είπε με σπηλαιώδη φωνή. "Μήπως θες να ρωτήσεις τίποτα;"

Ο Γιάννης ήθελε να ρωτήσει εκατοντάδες πράγματα. Τα ξανασκέφτηκε όμως κοιτάζοντας τον πρωινό Φύλακα, αναρωτήθηκε αν ήθελε πραγματικά να πάρει απαντήσεις.

Όχι για τα λεφτά που τον πληρώνανε, κατέληξε μέσα του, όχι, δεν άξιζε τον κόπο.

Έκλεισε την συρόμενη πόρτα κι άφησε το πλάσμα της Νύχτας να βιώσει μόνο του την καθημερινή του φρίκη της ημέρας. Τους υπάλληλους που σιγά - σιγά άρχισαν να πηγαινοέρχονται και τους πολίτες που μαζεύονταν σε ουρές να πάρουν πιστοποιητικά...

Tuesday, February 13, 2007

Το Εμπορικό Κέντρο Ως Διαμετακομιστικός Σταθμός Για Το Υπερπέραν

Μπανγκ, Μπανγκ, Μπανγκ, Παύση... Μπανγκ, Μπανγκ, Τέλος

Έπεφταν κάτω σαν τις μύγες. Τον είδα τον καριόλη... Ένας ψηλός ήτανε, με καμπαρντίνα. Όπλιζε κι έριχνε, όπλιζε κι έριχνε στο ψαχνό, σα ζόμπι, σαν τριπαρισμένος. Τι μαλάκες είναι οι σεκιουριτάδες... Με καμπαρντίνα!; Αφήνεις σήμερα άνθρωπο με καμπαρντίνα να μπει σε εμπορικό κέντρο χωρίς να τον ψάξεις ρε γαμώτο; Πότε θα βάλουνε ανιχνευτές μετάλλων σ' αυτό το μπουρδέλο; Οι κάμερες τι κάνουνε; Αν είχα πάρει μαζί την Μαίρη που μου τα είχε πρήξει πάμε μαζί μπαμπά και πάμε μαζί μπαμπά... Χαμούρες, μάς παίρνετε τα λεφτά μας κι αφήνετε τους μανιακούς να μας σκοτώνουνε, να κινδυνεύουν τα παιδιά μας... Τώρα θα σας δείξω εγώ.

Κύριε! Κύριε, σ' εσάς μιλάω!

Τρέχει κάτι;

Το dvd που βάλατε στην τσέπη σας! Σας δίνω μία μόνο ευκαιρία να το πληρώσετε ή καλώ την ασφάλεια

Καλά λοιπόν, χρεώστε το εδώ...

Friday, February 9, 2007

Αποκριάτικη Παρασκευή

Το γραφείο του ήτανε πάντα τίγκα στα εισερχόμενα. Βουνό λέμε... μια δουλειά δεν την είχε τελειώσει ποτέ στην ώρα της. Την τρενάριζε όσο μπορούσε, διάβαζε όλες τις αθλητικές, μίλαγε στο τηλέφωνο, πείραζε τις συναδέλφους, έβγαινε και σουλατσάριζε στον διάδρομο, αλλά κανένας δεν του μιλούσε γιατί ήταν Τμηματάρχης Α΄ και με γερές άκρες μέσα στο Υπουργείο. Έλυνε κι έδενε.

Μέχρι σήμερα το πρωί...

Μπήκε χαμογελαστός και πλακώθηκε μιλάμε στην δουλειά. Πήρε τηλέφωνα, τσακώθηκε με άλλες υπηρεσίες, έβαλε γνωστούς να του ξεπληρώσουνε χάρες που τους είχε κάνει, ξεμπλόκαρε το φωτοτυπικό που ήτανε μπλοκαρισμένο μια βδομάδα, τακτοποίησε όλους τους δικούς του εκρεμμείς φακέλους, και κατά τη μιάμιση πήρε και τους φακέλους του απόντος με κανονική συναδέλφου...

"Τι έγινε ρε Γιώργο; Τι έπαθες σήμερα και δουλεύεις;" τον ρώτησε στο τέλος μια συνάδελφος.

Σήκωσε το κεφάλι του και είπε,
"Απόκριες είναι ρε Νίκη... ντύθηκα Ευσυνείδητος... θα πάω σε μπαλ-μασκέ το βράδυ"

Η αλήθεια είναι πως αυτό μας ησύχασε κάπως...

Sunday, January 14, 2007

Ότι Κι Αν Λέμε, Είναι Μόνο Μία!

Ο Γιώργος, ο καλύτερος ελεύθερος σκοπευτής της Αντιτρομοκρατικής, είχε το μάτι του στην διόπτρα εκείνο το άγριο χάραμα ξαπλωμένος πάνω στην ταράτσα της πολυκατοικίας ελέγχοντας ευσυνείδητα τον τομέα που του είχε αναθέσει η Πολιτεία να φυλάει. Δεν ήταν κανένας λουφαδόρος, δεν ήταν σαν τους άλλους... Είχε πάντα το όπλο του γεμισμένο και ασφαλισμένο και περνούσε ολόκληρη την βάρδιά του πρυμνηδόν με το μάτι στην διόπτρα νυκτός. Είχε συναίσθηση της ευθύνης του. Κι ήταν μεγάλη αυτή η ευθύνη. Δεν ήταν μόνο η αποτροπή του τρομοκράτη κι η πιθανότητα να χρειαστεί να αφαιρέσει μια ζωή από τόσο μακριά κι έπειτα από ψυχρή ανάλυση μερικών μόνο δευτερολέπτων, όλα αυτά ήταν μέρος της εκπαίδευσής του και για τον ίδιο ηθικά δικαιωμένα. Αυτό που κυριολεκτικά του έκοβε τα γόνατα, ήταν η πιθανότητα να παρερμηνεύσει κάποια κίνηση αθώου, όπως παραλίγο να συμβεί πριν από μερικές νύχτες, όταν ένας υδραυλικός - όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων από την ομάδα των συναδέλφων που τον ακινητοποίησε - κουβαλούσε μέσα στο σκοτάδι έναν κομμάτι από σωλήνα pvc που έμοιαζε με εκτοξευτήρα. Ο Γιώργος είχε απασφαλίσει τότε το όπλο του, είχε ειδοποιήσει τον προϊστάμενο αξιωματικό, είχε πάρει έγκριση κι ήταν έτοιμος να ρίξει. Το μόνο που έσωσε τον τυχερό υδραυλικό, που ποτέ δεν έμαθε πόσο κοντά έφτασε στον θάνατο, είναι ότι η τρύπα της σωλήνας δεν ήρθε ούτε για μια στιγμή σε ευθεία με τον στόχο, τον καλύτερα φυλασσόμενο στόχο της χώρας. Κι ήταν το ίδιο που γλύτωσε τον Γιώργο από έναν αναίτιο φόνο στην συνείδηση του και τους μπελάδες των ΕΔΕ της υπηρεσίας και τον σάλο των Καναλιών στην καθημερινότητά του.
Πλησίαζε η ώρα για την αλλαγή της βάρδιας. Ο Γιώργος δεν χαλάρωνε ούτε αυτά τα κρίσιμα λεπτά. Ήξερε πως η εγρήγορση του φρουρού πρέπει να είναι διπλάσια απ΄αυτήν του δράστη. Ο δράστης αιφνιδιάζει, ο φρουρός φυλάει. Περνάει ατέλειωτες ώρες αναμονής, οι πιθανότητες είναι εναντίον του. Ο δράστης διαλέγει το πως, το πότε και το που και προετοιμάζεται καιρό γι' αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα, ο φρουρός περιμένει κάθε βράδυ αμέτρητα δευτερόλεπτα που σχηματίζουν ατέλειωτες ώρες... Κι όσο πληθαίνουν τα βράδυα που περνούν χωρίς συμβάντα, χάνει όλο και περισσότερο την εγρήγορσή του, γίνεται αισιόδοξος, αρχίζει να ελπίζει πως κι αυτή την νύχτα τίποτα δεν θα συμβεί. Και τότε, πάντα, λες και υπάρχει μια απίστευτη τραγική ειρωνία που καθορίζει τα γεγονότα, συμβαίνει το κακό.
Ο Γιώργος είχε βρει έναν τρόπο να κρατάει την εγρήγορσή του και ταυτόχρονα να μην διαλύει το μυαλό του από την αγωνία της απέραντης αναμονής. Έφτιαχνε ιστορίες μέσα στο μυαλό του, με ήρωες τους περαστικούς που παρακολουθούσε μέσα από την διόπτρα. Ξεκίνησε ανακεφαλαιώνοντας τα εκπαιδευτικά σενάρια που του είχαν δωθεί για αναγνώριση πιθανών τρομοκρατών από την κινησιολογία τους στην σχολή ελεύθερων σκοπευτών του εξωτερικού που είχε φοιτήσει με έξοδα του Δημοσίου. Πολύ σύντομα όμως εγκατέλειψε αυτήν την παράνοια της στοχοποίησης κι άρχισε πραγματικά να εμβαθύνει στην ανάλυση κινήσεων. Κι όσο εξοικοιωνόταν με την θέση του, εδώ στην ίδια ταράτσα της ίδιας πολυκατοικίας κάθε βράδυ, είχε μάθει να αναγνωρίζει πολλά πράγματα. Τους κατοίκους της περιοχής, τους βραδινούς θαμώνες της υπαίθριας καντίνας, τα περιστασιακά ντηλ ναρκωτικών που συνέβαιναν, σπάνια είναι η αλήθεια, εδώ... Είχε καταγράψει με τα μάτια του, καταχωρήσει στο μυαλό του και επιβεβαιώσει από την σχετική βιβλιογραφία μια ολόκληρη σειρά από μικρές κινήσεις των ανθρώπων και την σημασία τους. Είχε προβλέψει ότι η ξανθιά του τρίτου στην απέναντι πολυκατοικία θα απατούσε σύντομα τον αιώνια απόντα σύζυγό της, με τον συνάδελφο της από την δουλειά που την έφερνε με το αυτοκίνητο τα βράδυα. Είχε αναγνωρίσει στον έκτο όροφο μιας άλλης πολυκατοικίας ότι το επάγγελμα του κατοίκου ήταν συγγραφέας κι όχι δημοσιογράφος όπως είχε στην αρχή νομίσει. Είχε παρακολουθήσει την εβδομαδιαία συνάντηση των Φιλιπινέζων υπηρετριών στο ημιυπόγειο και το στρίμωγμα που έκαναν για να χωρέσουν μέσα στην μοναδική μέρα του ρεπό τους όλην την κοινωνική και ερωτική τους ζωή και να αντέξουν ακόμα μια βδομάδα εργασίας. Κι άλλα, πολλά...
Ήταν σχεδόν έξι το πρωί, όταν χτύπησε το κινητό του. Στην αναγνώριση κλήσης είδε πως ήταν η μάνα του. Ανησύχησε... της είχε πει να μην τον παίρνει ποτέ στην δουλειά. Είχε όμως κάτι αρρυθμίες τώρα τελευταία... Πήρε το δάχτυλό του από την ασφάλεια του όπλου, αλλά όχι το βλέμμα του από την διόπτρα κι άνοιξε το κινητό στην ανοιχτή ακρόαση.
Είσαι καλά; την ρώτησε.
Ναι καλά, δηλαδή τι καλά, ξέρεις τώρα, πονάω λίγο στην μέση... άλλο πράγμα σε θέλω... λοιπόν που λες, ξέρω που είπες να μην σε παίρνω εκεί...
Μαμά, θα σε πάρω εγώ, σε λίγο τελειώνω, έρχεται ο άλλος. Αν είσαι καλά, θα σε πάρω εγώ σε λίγο, σε πέντε λεπτά...
Ναι, ναι, μόνο ένα πραματάκι θα σου πω... Σε πήρα γιατί θέλω να φέρεις ένα γάλα και μια φραντζόλα ψωμί, όπως θα έρχεσαι σπίτι για να μην βγαίνω, πονάει η μέση μου... αλλά όχι αυτό το λευκό, το πολυτελείας που παίρνεις συνήθως... Να φέρεις εκείνο το πολύσπορο που το βγάζουνε σε καρβελάκι...
Ο Γιώργος ένοιωσε να του ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Πήρε το βλέμμα του από την διόπτρα, άρπαξε το κινητό κι άρχισε να φωνάζει στην μάνα του.

Και τότε, λες και υπάρχει μια απίστευτη τραγική ειρωνεία που καθορίζει τα γεγονότα, άκουσε πρώτα το σφύριγμα και αμέσως μετά την έκρηξη που ξύπνησε την ξανθιά του τρίτου στην αγκαλιά του εραστή της, σήκωσε τον συγγραφέα του έκτου από τον υπολογιστή του και τον έφερε στο μπαλκόνι, διέλυσε το πλήθος των ξενυχτισμένων της καντίνας κι έβγαλε στο δρόμο πανικοβλητες τις Φιλιπινέζες...

Sunday, January 7, 2007

Γκαντεμιά Της Αρκούδας

Νταξ’ λέμε, παίζει πάντα κι η πιθανότητα να είμαι γκαντέμης. Τι παίζει δηλαδή; Δεν παίζει, αφού κερδίζει πάντα. Είμαι γκαντέμης. Γεννήθηκα γκαντέμης, έγινα μπάτσος γιατί ήμουνα γκαντέμης, έφτασα μέχρι εδώ, στην άκρη του Θεού, γιατί ήμουνα γκαντέμης και τώρα τρώω και την γκαντεμιά της αρκούδας…
Το σύμπαν συνωμότησε εναντίον μου. Έσκυψε ο Θεός και μου ‘ριξε ροχάλα. Πρώτη φορά είναι;

Καθόμασταν αραχτοί στον αυτοκινητόδρομο μέσα στο περιπολικό με τον καινούριο μου συνάδελφο, χτες βράδυ, πρώτη μου βάρδια στην Καντάμπρια, μια περιοχή ογδόντα τετραγωνικά χιλιόμετρα δικιά μας, με χωριουδάκια, κωμοπόλεις, δάση και βουνά. Ένα μονάχα περιπολικό βάρδια την νύχτα μπας και γίνει κάτι. Δεν ήταν γκαντεμιά που πήρα εγώ την βραδινή, καθότι ακόμα με τις κόλλες, άρτι αφιχθείς με δυσμενή από Μαδρίτη, λόγω που μια ΕΔΕ μ’ έριξε στα μαύρα κατάστιχα, χωρίς να φταίω. Η γκαντεμιά που λέγαμε…
Ήσυχα ήτανε, δεν έκανε και τον ψόφο που περίμενα να βρω στα βουνά, ο συνάδελφος ήτανε κουλαριστός, όχι μουράτος, ούτε έξυπνος μάλλον, αφού την έβγαζε ακόμα στην βραδινή μετά από τόσα χρόνια υπηρεσίας, τελοσπάντων, μπορεί και να γούσταρε την νύχτα ο άνθρωπος για τους δικούς του λόγους… ποιος είμαι εγώ για να τον κρίνω;
Είχαμε βάλει το ραδιόφωνο, καπνίζαμε το ένα πάνω στ’ άλλο και περιμέναμε να ξημερώσει.
Τρεις, τρεις και κάτι άκουσα τον ασύρματο να λέει «Προς όλες τις μονάδες.18-70 στο φαρμακείο του…» και μετά ένα όνομα, μάλλον χωριού, που δεν το ήξερα καθόλου.
«Ελήφθη», είπε ο συνάδελφος κι έβαλε μπροστά. Χωρίς σειρήνα, μην ξυπνήσει και τον κοσμάκη. Κουλαριστός, το είπαμε.
Αυτό το 18-70 δεν το είχα ξανακούσει. Εντάξει, το Προς όλες τις μονάδες το περίμενα, ακόμα κι ένα περιπολικό να έχεις έξω, όπως τώρα, προς όλες τις μονάδες λες στο ράδιο, δεν λες ρε Πάκο τραβήξου να δεις τι παίζει. Αλλά αυτό το 18-70; Το 18 το ήξερα ήτανε διάρρηξη και το 70 ήτανε η πιθανή εκτίμηση του δράστη ή των δραστών. Είχα καιρό βέβαια να μπω σε περιπολικό αλλά στην Μαδρίτη στην τελευταία αναθεώρηση του κώδικα του ασύρματου που είδα φτάναμε μέχρι το 60, τι ήτανε να δεις; ναι «παράνομοι αλλοδαποί». Το βούλωσα να μην φανώ και ηλίθιος, διότι σκέφτηκα διάρρηξη σε φαρμακείο σε ορεινό χωριό είναι ρε, ή τίποτα πρεζάκια ντόπια θα ‘ναι ή τίποτα πρεζάκια σκιέρ εδώ πάνω στα βουνά. Μπορεί να τα ‘χανε χωρίσει αλλιώς στον τοπικό κώδικα οι ιθαγενείς…
Βέβαια τα χιονοδρομικά είχανε να δούνε κόσμο τρία – τέσσερα χρόνια, όπως και χιόνι. Τον πρώτο χρόνο στρώσανε τεχνητό, αλλά στο τέλος της σεζόν μπήκανε μέσα, άσε που τσάκισε τα κόκαλά του κόσμος και κοσμάκης.
Μ’ αυτά και με τ’ άλλα, φτάσαμε στο χωριουδάκι. Ξύλινες στέγες με κεραμίδια, φώτα σβηστά στα σπίτια κι έτσι. Μια μιζέρια και μισή. Γραφική μιζέρια, αλλά μιζέρια.
Ο συνάδελφος έφτασε στην πλατεία κι είδαμε το φαρμακείο. Η πόρτα πέρα για πέρα διαλυμένη. Σαν να πέρασε μπουλντόζα. Άνοιξαμε τις πόρτες του περιπολικού και βγήκαμε. Έκανα να οπλίσω το περίστροφο, ο συνάδελφος με συγκράτησε.
«Ώπα, ήρεμα, εδώ δεν είν’ Μαδρίτη. Δεν άκουσες το 70; Κάτσε πρώτα να δούμε… Αν είμαστε τυχεροί θα έχει ήδη φύγει».
Πριν να προλάβω να ρωτήσω και να εξηγήσω ότι δεν ξέρω τι είναι το 70, ο δικός μου προχώρησε από κάλυψη σε κάλυψη προς το φαρμακείο. Αργά, προσεκτικά με το φακό σβηστό και μοναχά το μακρύ ηλεκτρικό κλομπ στο χέρι.
Και τότε έγινε της πουτάνας. Τα ράφια του φαρμακείου αρχίσανε να πέφτουνε με πάταγο και μέσα στο σκοτάδι διέκρινα μια πελώρια μαύρη φιγούρα γύρω στα τρία μέτρα να ξεμπουκάρει από την πόρτα… μουγκρίζοντας και ουρλιάζοντας σαν τέρας της κολάσεως.
Δεν πρόλαβα να σκεφτώ την τύφλα μου, ούτε να καλοδώ τι ήτανε. Όπλισα το σαρανταπεντάρι κι άδειασα όλη την γεμιστήρα μου στο κολασμένο τέρας…

Γκαντεμιά. Σ’ όλη μου την ζωή με κυνηγάει η γκαντεμιά… Το 70 σήμαινε προστατευόμενο είδος. Κι η μαύρη φιγούρα ήτανε πράγματι τρία μέτρα. Μια μαύρη αρκούδα της Καντάμπρια. Ευτυχώς αρσενική, αν ήταν θηλυκή και με μωρό δεν θα με ξέπλενε ούτε ο Νιαγάρας. Που να το ξέρω;
Άκου φίλε μου! Όταν αρχίσανε λέει το δύο χιλιάδες κάτι οι αρκούδες να μην κοιμούνται το χειμώνα, λόγω της αλλαγής του κλίματος, κάποιο ινστιτούτο της περιοχής, είχε την φαεινή ιδέα να τις αντιμετωπίσει όπως και τους ανθρώπους με διαταραχές ύπνου. Και τις πλάκωσε στα χάπια. Δούλεψε μια χαρά την πρώτη χρονιά, δούλεψε και την δεύτερη, αλλά μετά οι αρκούδες γίνανε πρεζάκια. Κι η αρκούδα λέμε μυρίζει από χιλιόμετρα μακριά. Κι έτσι μπουκάρει στα φαρμακεία… Κι η υπόθεση έχει γίνει σαλάτα γιατί το ινστιτούτο τις μαζεύει και προσπαθεί να τις αποτοξινώσει, δεν ξέρω πως, με ψυχολογική υποστήριξη υποθέτω… αλλά δεν φτάνει που είναι λίγες οι αρκούδες είναι και υπερπολύτιμες, γιατί οι ελάχιστοι τουρίστες που έρχονται πια, έρχονται να δούνε τις αρκούδες το καλοκαίρι αφού δεν έχει χιόνια το χειμώνα. Κι έτσι όλος ο κόσμος δεν λέει κουβέντα και θα τους έδινε και το κρεβάτι του να κοιμηθούνε…
Κι εγώ μιλάμε έστειλα μία στην εντατική. Ολόκληρη ομάδα επιστημόνων την χειρουργούσε δεκάξι ώρες να την σώσει. Εφτά σφαίρες. Και με πακετάρουνε για ακόμα πιο δυσμενή… αφού δεν γίνεται να με αποτάξουνε γιατί θα τα πω όλα.

Νταξ’ μωρέ, παίζει η πιθανότητα να είμαι γκαντέμης. Τι παίζει δηλαδή; Δεν παίζει, αφού κερδίζει πάντα. Είμαι γκαντέμης. Γεννήθηκα γκαντέμης, έγινα μπάτσος γιατί ήμουνα γκαντέμης, έφτασα μέχρι εδώ, στην άκρη του Θεού, γιατί ήμουνα γκαντέμης… Και τι πέτυχα; Την γκαντεμιά της αρκούδας…

Thursday, January 4, 2007

Το Δόκανο Στο Νέο Βλαδιβοστόκ

Η μετοχή μας έχασε τέσσερα τα εκατό από το άνοιγμα μέχρι τώρα. Κάποια κουφάλα διέρρευσε τα προκαταρτικά που κάναμε για την έκθεση τρέχοντος τριμήνου, που τελειώνει σε μια βδομάδα, και προς το παρόν έχουμε ζημιές σαράντα εκατομμυρίων. Πώς να μην έχουμε, είναι κομμάτι της δουλειάς, είναι στη φύση της. Τεχνική εταιρεία είμαστε, και στον ωκεανό των τεχνικών εταιρειών το πιο γρήγορο ψάρι τρώει το πιο αργό. Το μέγεθος δεν έχει σημασία. Το πιράνχα τρώει την φάλαινα. Το χελιδονόψαρο τον καρχαρία. Όλα είναι ζήτημα ταχύτητας. Στο κάτω-κάτω όλη την δουλειά την κάνουν οι υπεργολάβοι με τις νανομηχανές. Καμιά κατασκευαστική δεν χτίζει πια, εμείς μόνο παίρνουμε το έργο. Πρέπει να παίρνουμε το έργο, ακόμα κι αν μας βάζει μέσα. Να δίνουμε ότι έκπτωση χρειάζεται, να λαδώνουμε αξιωματούχους, να προωθούμε βολικούς πολιτικούς, με δυο λόγια να είμαστε μπροστά απ’ τον ανταγωνισμό. Και να παίρνουμε το έργο. Άμα το πάρουμε, υπάρχει τρόπος να βγάλουμε κέρδη. Από τις αφανείς εργασίες, από τις αναθεωρήσεις του προϋπολογισμού, από τα παρελκόμενα που δίνονται με απευθείας ανάθεση…αλλά κυρίως από τα δόκανα. Για να γίνουν όλα αυτά όμως, πρέπει να πάρεις πρώτα το έργο. Και να σε βοηθήσει μετά - λίγο, τόσο δα - κι η πουτάνα η τύχη. Ή τουλάχιστον να μην σου πάει τελείως ανάποδα η γαμημένη…
Όπως στο Νέο Βλαδιβοστόκ, ας πούμε. Το τελευταίο μας έργο. Μια γραμμή μεταφοράς φορτίου από το ορυχείο μέχρι το διαστημοδρόμιο εκατόν σαράντα χιλιομέτρων. Κυκλική, αυτοματοποιημένη, τσακώνει τα ισότοπα από το σιλό του ορυχείου και τα φέρνει μέχρι τις φυσούνες των φορτηγών διαστημοπλοίων.
Δεν είχαμε μεγάλο ανταγωνισμό, το έργο ήταν ξερό, χωρίς παρελκόμενα, με λίγες αφανείς λόγω πολύ καλής γεωλογικής μελέτης, πολύ μικρό αρχικό προϋπολογισμό, άρα με χίλια ασύμφορο, μέχρι που κάποιος γάτος στην μητρική βρήκε την τρύπα στην προκήρυξη για το ύψος των πυλώνων. Πάνω εκεί στήσαμε το δόκανο, υπογράψαμε την σύμβαση και πήραμε το έργο…
Και μπήκαμε τριάντα εκατομμύρια μέσα! Αναμενόμενο. Και τώρα χάνουμε τέσσερα τοις εκατό στην μετοχή μέσα σε λίγες ώρες, γιατί το δόκανο δεν δούλεψε ακόμα. Καθόμαστε με τον πούλο στο χέρι, πληρώνουμε τους υπεργολάβους με τις νανομηχανές να μένουν στον πλανήτη, πενήντα χιλιάρικα την μέρα, και περιμένουμε να χιονίσει…
Γιατί το δόκανο είναι εκπληκτικά απλό. Στο Νέο Βλαδιβοστόκ το μέσο ύψος του χιονιού φτάνει τα δεκαέξι μέτρα. Φτιάξαμε τους πυλώνες με ύψος δεκαοχτώ. Κι από πάνω περνάει η γραμμή μεταφοράς. Συνολικό ύψος από το έδαφος είκοσι μέτρα και κάτι. Σε «επαρκές ύψος», όπως λέει άλλωστε και η προκήρυξη. Τέσσερα μέτρα πάνω από το μέσο ύψος του χιονιού. Μια καθαρότατη ερμηνεία της σύμβασης, κατά το άριστα αμοιβόμενο Νομικό μας Τμήμα.
Αυτό που βρήκε ο Γάτος της μητρικής είναι πως το Νέο Βλαδιβοστόκ έχει και καλοκαίρι. Και το καλοκαίρι, ένα τουλάχιστον μήνα, το χιόνι είναι μηδέν. Πράγμα που ευκόλως μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως για ένα τουλάχιστον μήνα το χειμώνα το χιόνι φτάνει τα τριάντα δύο μέτρα… δώδεκα μέτρα ψηλότερα από την γραμμή μεταφοράς.
Ωραίο ε; Στην πραγματικότητα σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας η γραμμή στα είκοσι και κάτι μέτρα δεν θα λειτουργεί από τον όγκο του χιονιού για τέσσερις έως πέντε μήνες. Και δύο εναλλακτικές υπάρχουν. Ή το ξήλωμα της και μια νέα γραμμή στα σαράντα – σαράντα πέντε μέτρα ή η κάλυψη της υπάρχουσας γραμμής μ΄ έναν ημιθόλο κατά μήκος της που θα αντέχει σε βάρος χιονιού δώδεκα έως δεκαπέντε μέτρων. Η τεχνική εταιρεία που θα έχει τις νανομηχανές και τους υπεργολάβους της στον πλανήτη, θα πάρει την δουλειά με απευθείας ανάθεση, μόλις αρχίσουν τα ζόρια. Συν τον καθαρισμό της γραμμής μεταφοράς με θερμικά, ώσπου να μπει ο ημιθόλος. Ή να φτιαχτεί νέα γραμμή. Και φυσικά νέα γραμμή δεν πρόκειται να γίνει, θα σηκωθούν κι οι πέτρες για το λάθος της προκήρυξης, άρα θα κλείσουνε τις μύτες και τα αυτιά και θα πληρώσουνε «διορθωτικά» τον ημιθόλο.
Σύνολο καμιά εκατοστή εκατομμύρια κέρδη… αρκεί να πέσει από τον ουρανό αρκετή άσπρη μαλακία, πριν απ’ το τέλος της βδομάδας. Γιατί αλλιώς μπορεί η μετοχή να πάει στο μηδέν και να τραβήξει άλλος τον λαγό απ' το δικό μας δόκανο…

Wednesday, January 3, 2007

Το Αυτοκόλλητο Είναι Υπαρκτό

Ο κουστουμάτος με τον χαρτοφύλακα μπήκε στην υπόγεια διάβαση που περνούσε κάτω από την Συγγρού, στις 10:22, σήμερα το πρωί. Είδε το αυτοκόλλητο, διάβασε αυτό που έγραφε.
Ναι καλά, σκέφτηκε και χαμογέλασε ειρωνικά. Γύρνα και το άλλο μάγουλο. Κάτσε να σε φάνε...
Διέσχισε την μισοσκότεινη υπόγεια διάβαση, βγήκε στο φως και μπήκε σε μια εταιρεία εντολών Χρηματιστηρίου.

Η κοπέλα με την ''Εισαγωγή στην Εγκληματολογία'' κι ένα σημειωματάριο στα χέρια θα μπει στην ίδια διάβαση στις 6:09 αύριο το απόγευμα. Θα δει το αυτοκόλλητο, θα το διαβάσει.
Ωραίο, θα σκεφτεί. Αλλά γιατί δεν το υπογράφουν οι χαζοί; Μπορεί να είναι της Γένοβας... έχουν βγάλει κι άλλα ανυπόγραφα.
Θα διασχίσει την μισοσκότεινη υπόγεια διάβαση - μερικές λάμπες θα είναι σπασμένες - και θα βγει στην στάση για να πάρει το λεωφορείο.

Η ξανθιά περούκα μπαίνει σ΄ αυτήν την υπόγεια διάβαση κάθε νύχτα. Περνάει πάντα απο δω, κάποια στιγμή γύρω στις δύο τα μεσάνυχτα. Κάθε φορά βλέπει το αυτοκόλλητο, μόνο μία το διαβάζει.
Τι διάολο ξέρεις εσύ; μουρμουρίζει τσαντισμένα.
Διασχίζει την διάβαση και πάει να συναντήσει τις υπόλοιπες περούκες που αράζουν πάντα στα καπώ μιας έκθεσης αυτοκινήτων.

Το αυτοκόλλητο έχει κολληθεί εκεί καιρό. Χιλιάδες μάτια το έχουν δει, χιλιάδες θα το δουν ακόμα, μόνο οι πιο πάνω τρεις το ερμηνεύουν.

Μαύρα κεφαλαία σε λευκό χαρτί,

Friday, December 29, 2006

Φτηνό Χιούμορ

Σχεδόν αξημέρωτα σηκώθηκα, έπρεπε οπωσδήποτε να τελειώσω μια Μελέτη Βιωσιμότητας μέχρι το μεσημέρι κι αποφάσισα να μην πάω στο γραφείο όπου σίγουρα θα έτρωγα αρκετά μπαλάκια τώρα που κλείνει η χρήση, αλλά να δουλέψω ήσυχα στο σπίτι. Η Ελένη είχε πάει με την Άννα να ψωνίσουν δώρα κι από χτες το απόγευμα ήτανε σε ένα παιχνιδάδικο του Mall. Αν δεν επέστρεφαν και σήμερα θα έπρεπε να τις δηλώσω αγνοούμενες. Πλάκα κάνω, κάθε τόσο μιλούσαμε στο κινητό, απλώς η κόρη μας είναι αναποφάσιστη. Τόσο που το ινδιάνικό της όνομα είναι «Αυτή – Που – Σκοτώνει – Τις – Πωλήτριες» κι ενίοτε καταφέρνει να βγάλει από τα ρούχα της ακόμα και την Ελένη, πράγμα που με χαροποιεί ιδιαίτερα, γιατί μετά το εκμεταλλεύομαι. Εντάξει, φτηνό λίγο αυτό το χιούμορ, αλλά στο κάτω-κάτω δεν είμαι και κωμικός, ένας απλός οικονομολόγος είμαι...
Εφτά και τέταρτο χτύπησε πρώτη φορά το κουδούνι. Έσωσα ότι έγραφα, γιατί ο υπολογιστής τελευταία μου κάνει νερά, ευτυχώς όχι τόσα που να βυθίζεται, ακόμα επιπλέει - κι άλλο φτηνό χιούμορ, συγκρατήσου, ολόκληρη ιστορία έχεις να διηγηθείς – σηκώθηκα από το γραφείο μου, πήγα και άνοιξα την πόρτα.
Ήταν ένας κοντός τυπάκος. Μου έβαλε στο χέρι μια κάρτα που έγραφε:

Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΑ
ΤΟΥ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΟΦΟΡΟΥ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΣΑΣ
ΣΑΣ ΕΥΧΟΝΤΑΙ
ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ

Δεν κάνω φτηνό χιούμορ τώρα. Ειλικρινά, αυτό έγραφε η κάρτα. Μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να καταλάβω ότι ο άνθρωπος ήταν από το σκουπιδιάρικο. Του έδωσα κάτι ψιλά, κράτησα την κάρτα να την δείξω στην Ελένη, έκλεισα την πόρτα γελώντας και γύρισα στον υπολογιστή.
Εφτά και είκοσι πάλι το κουδούνι. Έσωσα πάλι, σηκώθηκα, πήγα στην πόρτα.
Ένας απροσδιορίστου ηλικίας με άσπρη φόρμα μου έδωσε την κάρτα που κρατούσε.

ΕΚ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΩΣ ΣΑΡΩΣΕΩΝ ΡΕΙΘΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΩΝ
Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ, ΟΙ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ
ΣΑΣ ΕΥΧΟΝΤΑΙ ΕΝΑ ΚΑΘΑΡΟ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΙΚΟ
ΝΕΟ ΕΤΟΣ

Ελαφρώς κραυγαλέο μου φάνηκε αυτό το τεράστιο Νέο Έτος αλλά έδωσα κάτι και στον απροσδιορίστου με την άσπρη φόρμα, είπαμε χρόνια πολλά κι έφυγε. Γύρισα πίσω στον υπολογιστή.
Ευτυχώς μέχρι τις δέκα παρά τέταρτο δεν ξαναχτύπησε το κουδούνι. Αν εξαιρέσεις μια κλήση της Ελένης, που ετοιμαζόταν να βγει από τα ρούχα της, μέσα στο παιχνιδάδικο, παρουσία εκατοντάδων γονέων και πιτσιρικιών, αφού όπως δήλωσε,
…η Άννα έχει σπάσει κάθε προηγούμενο ατομικό ρεκόρ αναποφασιστικότητας και μαζί το παγκόσμιο που κατέχει χρόνια !
πράγμα που την συμβούλεψα να μην το κάνει,
…αν θέλεις να κάνουμε Πρωτοχρονιά μαζί, στο σπίτι μας κι όχι χώρια εγώ με το παιδί κι εσύ στο κρατητήριο…
όλα κύλησαν ομαλά και η Μελέτη Βιωσιμότητας προχώρησε πολύ.
Στις δέκα παρά τέταρτο που ξαναχτύπησε το κουδούνι, ήμουν πια, νόμιζα, προετοιμασμένος για οποιαδήποτε περίπτωση κάρτας. Μάλιστα είχα και περιέργεια τι θα έγραφε. Θα ήταν λυρική, σοβαρή, αστεία ίσως; Έσωσα, πήρα ψιλά και άνοιξα την πόρτα…
Μόνο που εκεί στεκόταν ένας ελεύθερος σκοπευτής της Αντιτρομοκρατικής, με πλήρη εξάρτηση, κράνος, κουκούλα, αλεξίσφαιρη ολόσωμη στολή, μπότες, δακρυγόνο, βομβίδα κρότου-λάμψης, μακρύκανο ακριβείας με διόπτρα νυκτός…
Χέστηκα πάνω μου. Όχι, δεν είναι φτηνό χιούμορ, είναι μια απολύτως ρεαλιστική περιγραφή της κατάστασης.
Πριν προλάβω να πω κουβέντα έβγαλε και μου έδωσε την κάρτα.

ΟΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ ΣΑΣ
ΣΑΣ ΕΥΧΟΝΤΑΙ ΑΚΟΜΑ ΕΝΑΝ
ΑΣΦΑΛΗ ΚΑΙ ΔΙΧΩΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ ΧΡΟΝΟ!

Έβγαλα από την τσέπη το πορτοφόλι μου, γιατί τα ψιλά μου είχανε πέσει στο πάτωμα από την έκπληξη κι έδωσα στον νίντζα το μεγαλύτερο χαρτονόμισμα που είχα μέσα…
Μετά απ’ αυτό όλοι οι υπόλοιποι καρτοφόροι ήταν απλώς οδοντόκρεμες. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, οι Αναξιοπαθούντες Τηλεοπτικοί Παραγωγοί, οι Άμοιροι Ρεπόρτερς, οι Αμετανόητοι Μπλόγκερ, η Αρχιεπισκοπή, η Μητρόπολη, η Ενορία, το Φιλόπτωχο, ο Σύνδεσμος Απόρων Κορασίδων, οι Ευσεβείς Πόρνες, οι Μετανοούντες Νταβατζήδες, οι Εργολάβοι, οι Δωδεκαθεϊστές, οι Ισλαμιστές, οι Βουδιστές, οι Ινδιάνοι, οι Gay Cowboys, η Εφορία, οι Πυροσβέστες, οι Απόστρατοι Βουλευτές και οι Ανώνυμοι Κάθε Είδους (Αλκοολικοί, Ναρκομανείς, Παίκτες, Δανειολήπτες, Τρομοκράτες, Αποφυλακισμένοι, Εξαρτημένοι του Λογισμικού) παρέλασαν από το σπίτι μου κι όλοι πήραν κάτι μέχρι τις 6 το απόγευμα που γύρισαν η Άννα κι η Ελένη με τα δώρα. Η Ελένη ευτυχώς ακόμη φορούσε τα ρούχα της κι άρχισε να ανοίγει αυτή την πόρτα.
Τέλειωσα με την Μελέτη Βιωσιμότητας κατά τις 9 το βράδυ και συνδέθηκα για να την στείλω. Είχα χάσει το μεσημεριανό deadline αλλά δεν έτρεχε και τίποτα στο κάτω-κάτω.
Έχεις καθόλου ψιλά; είπε η Ελένη πλησιάζοντας στο γραφείο και κρατώντας μια ακόμα κάρτα.
Κάτι έχω, απάντησα και ψάχτηκα. Της έδωσα μερικά κέρματα.
Τέρμα, την άκουσα να μουρμουρίζει. Αρκετά φρικιά είδα απόψε... Δεν ξανανοίγω την πόρτα.
Η κάρτα είχε μείνει πάνω στο γραφείο. Την σήκωσα και την κοίταξα. Έγραφε,

71 #5+171 =13 43 2!38072@ 745
(4@@&2))
@1@ 25$40731 =1)2@ 2!1*2@
793745 75!45


Ρε συ Αννούλα που δίνει τώρα η μάνα σου λεφτά; Στους ανάπηρους κρυπτογράφους του 2ου Παγκοσμίου; φώναξα την ώρα που η Ελένη έκλεινε την πόρτα.
Όχι μπαμπά, φώναξε η μικρή και ήρθε τρεχάτη προς το μέρος μου. Έδωσε στα Παιδιά του Ρόσγουελ. Στους Ι-Τήδες!
Την πήρα αγκαλιά και πήγαμε όλοι στην κουζίνα ν' ανοίξουμε το κρασί για το γιορτινό μας δείπνο.

Tuesday, December 26, 2006

Λογικό άλμα (τριπλούν) στον χρόνο

26 Δεκεμβρίου 1996. Ο Γιώργος, καθισμένος σε μια θέση του ηλεκτρικού, μουρμουρίζει ακατάληπτα. Κάποια στιγμή φωνάζει δυνατά «Πες του να σταματήσει, να μ’ αφήσει ήσυχο». Οι συνεπιβάτες του τον κοιτούν επιτιμητικά, κάποιοι που βρίσκονται κοντά του αλλάζουν θέσεις. Όλοι υποθέτουν πως είναι μεθυσμένος, πρεζόνι ή παρανοϊκός.
26 Δεκεμβρίου 2006. Ο Γιώργος, καθισμένος σε μια θέση του μετρό, μουρμουρίζει ακατάληπτα. Κάποια στιγμή φωνάζει δυνατά «Πες του να σταματήσει, να μ’ αφήσει ήσυχο». Οι συνεπιβάτες του τον κοιτούν αδιάφορα, κάποιοι περίεργοι που βρίσκονται κοντά του ψάχνουν να δουν το μικροσκοπικό hands free στο αυτί του. Όλοι υποθέτουν πως μιλάει στο κινητό.
26 Δεκεμβρίου 2016. Ο Γιώργος καθισμένος σε μια θέση της υπερταχείας μουρμουρίζει ακατάληπτα. Κάποια στιγμή φωνάζει δυνατά «Πες του να σταματήσει, να μ’ αφήσει ήσυχο». Οι συνεπιβάτες του δεν αντιδρούν καθόλου, πότε-πότε φωνάζουν κι αυτοί κάποια φράση. Όλοι όσοι βρίσκονται στο βαγόνι βιώνουν προσωπικά μικροπεριβάλλοντα VR.

Sunday, December 24, 2006

Στιγμιότυπα από την Παραμονή του Διαφημιστή

Χο! Χο! Χο!
Ο φρικαλέος χοντρομπαλάς πανηλίθιος έχει τσακίσει την κουδούνα στο χτύπημα. Τι τραβάω Θεέ μου, Χριστουγεννιάτικα σ’ αυτό το κάστινγκ; Τι αμαρτίες πληρώνω; Γιατί πρέπει να διαλέξω εγώ τον ωρομίσθιο που θα βγάλουμε το απόγευμα για την προώθηση των δημητριακών; Δεν μπορούσε να το έχει κάνει η Νάντια; Ή η Καίτη; Κάποιος άλλος, οποιοσδήποτε, ρε γαμώτο; Όχι βέβαια, αφού την κοπανήσανε όλοι… Τριήμερο κι έτσι… Καλά, από Τετάρτη, κουφάλες, θα λογαριαστούμε!
Ευχαριστώ. Θα σας ειδοποιήσουμε.
Πότε; Παραμονή είναι σήμερα… αν δεν κλείσουμε τώρα…
Θα σας ειδοποιήσουμε είπα!
Ο φρικαλέος φεύγει και μπαίνει άλλος φρικαλέος. Χειρότερος από τον προηγούμενο. Άντε πάλι τα Χο!Χο!Χο! και το πλάκωμα της κουδούνας. Ηλίθιοι είναι ρε γαμώτο; Τόσο δύσκολο είναι να πούνε ένα ενιαίο Χο-Χο-Χο με το θαυμαστικό στο τέλος αντί γι’ αυτό το κοφτό Χο! Χο! Χο! που ακούγεται σαν αερόφρενο νταλίκας; Τι διάολο ζω σήμερα, παραμονή Χριστουγέννων, την Μέρα της Μαρμότας; Ένας νορμάλ δεν υπάρχει; Ρε αυτός θα καταφέρει να μας διαλύσει την κουδούνα!
Άλλος! Φύγε όπως ήρθες!
Δεν υπάρχει άλλος. Την κάτσαμε! Να πα' να πηδηχτούνε όλοι! Θα πάρω σπίτι την στολή και την κουδούνα και θα πάω εγώ το απόγευμα… Μια κούτα δημητριακά είναι. Σκάρτα τετρακόσια κομμάτια. Μισή ωρίτσα διανομή. Άει σιχτίρ πανηλίθιοι… Και θα χω και τα ξωτικά! Τρία ξωτικά έχει κλείσει η Νάντια, θα μοιράζουνε τα ξωτικά κι εγώ θα κάνω Χο-Χο-Χο και θα χτυπάω γλυκά την κουδούνα και θα επιβλέπω! Ψώνιο… την κάνω.

*****

Που είναι τα βλαμμένα τα ξωτικά; Έπρεπε να ‘χουν έρθει… κι η κούτα; Καλά, η κούτα θα ‘ ναι μέσα στο σούπερ… τα ξωτικά που στο διάολο είναι; Πάρε πρώτα την κούτα και θα ‘ρθουνε κι αυτά…
Ρε καλώς τον Άη-Βασίλη! Τι μας έφερες;
Για μια προώθηση δημητριακών έχω έρθει… από την διαφημιστική… δεν σας φέρανε μια κούτα με δείγματα;
Α, δεν έφερες τίποτα! Να πάρεις και συ ήρθες!
Δεν την τελειώνουμε την κουβεντούλα; Δεν θα περάσω κι όλη την παραμονή εδώ!
Εμείς εδώ θα την περάσουμε πάντως. Εντάξει;
Η κούτα μου;
Ψάξε τον αποθηκάριο. Στην αποθήκη.
Που είναι η αποθήκη;

*****

Ο αποθηκάριος άφαντος κι οι εργάτες της αποθήκης είναι κάτι τελειωμένοι, λαθρομετανάστες, που όχι να ανοίξουνε υπολογιστή δεν ξέρουνε, ούτε να πούνε πού είναι ο καραγκιόζης τους μπορούνε, ακόμα και σε σπαστά… εντώ! εντώ! λένε συνέχεια πανικόβλητοι όταν τον ζητάω, και μετά κάτι ακατάληπτα στην γλώσσα του ο καθένας... Και καλά, το μάσησα τώρα εγώ! Ο αλήτης έχει φύγει τριήμερο ή σε κάποιο πρακτορείο παίζει για να πιάσει - νομίζει ο ηλίθιος - το μεγάλο τζάκποτ! Ευτυχώς μαζευτήκανε τα ξωτικά, με μισή ώρα καθυστέρηση, δεν είναι κι άσχημα, νοστιμούλικα κοριτσάκια, την κούτα να βρούμε και να τελειώνουμε με την χαζοπροώθηση…

*****
Χο-Χο-Χο!
Γλυκό κουδούνισμα. Αέρινο.
Xo-Xo-Xo!
Ορίστε! Τόσο δύσκολο ήτανε; Χρειάζεται διδακτορικό στην επικοινωνία το ξεφτιλισμένο; Ο καθένας το κάνει.
Χο-Χο-Χο!
Γλυκό κουδούνισμα. Αέρινο.
Χο-Χο-Χο!
Και τα ξωτικά μοιράζουν τα κουτιά. Καμιά διακοσαριά έχουμε δώσει μέχρι τώρα. Όλοι ναι λένε στο τζάμπα! Και οι πελάτες του σούπερ και οι άστεγοι της ευρύτερης περιοχής. Στα τέτοια μου…κάνουμε και κοινωνικό έργο, ας φάνε δημητριακά και τα πρεζόνια! Μόνο πως ειδοποιούνται μεταξύ τους δεν μπορώ να καταλάβω. Με sms αστέγων;
Χο-Χο-Χο!
Γλυκό κουδούνισμα. Αέρινο.
Χο-Χο-Χο!
Ωραία, σε κάνα τεταρτάκι καθαρίζουμε. Θα πάω να κάνω ένα μπάνιο…
Τι γίνεται εκεί; Τι φωνάζει αυτός ο τελειωμένος στο ξωτικό μου; Να πάω ή να περιμένω; Άσε, έρχονται αυτοί…
Χο-Χο-Χο!
Γλυκό κουδούνισμα. Αέρινο.
Χο-Χο-Χο!

*****

Μου κόπηκε το Χο-Χο-Χο! στο στόμα. Τα δείγματα είναι ληγμένα. Εδώ και δυόμιση χρόνια. Κι ο τελειωμένος είναι επόπτης δημόσιας υγείας. Ε, βέβαια, έχει επαγγελματική διαστροφή, οι υπόλοιποι είδανε τζάμπα, σιγά μην κοιτάξουν και την λήξη.
Πήγα να καθαρίσω λέγοντας πως δεν ξέρω εγώ, με κλείσανε στο κάστινγκ, να πάνε να το ψάξουνε με την εταιρεία παραγωγής και την διαφημιστική, αλλά φαίνεται το είχα παραπαίξει νωρίτερα αφεντικό στα ξωτικά και με δώσανε στην ψύχρα. Κι ο επιθεωρητής έβγαλε το κινητό του και πήρε τους μπάτσους. Κατασχέσανε τα δείγματα, αφήσανε τα ξωτικά και μένα με πήγανε μέσα να περιμένω αυτόφωρο. Έπρεπε να ελέγξω, λένε, ναι ρε εντάξει έπρεπε αφού ήμουνα εδώ, αλλά αν δεν ήμουνα; Ποιος θα το έλεγχε; Ο πανηλίθιος χοντρομπαλάς με το Χο! Χο! Χο! σαν αερόφρενο; Άει σιχτίρ, Χριστουγεννιάτικα! Εγώ φταίω; Όχι ρε, δεν φταίω! Πήγα να κάνω την δουλειά μου πιο σωστά και βρέθηκα μπλεγμένος! Δεν μπορούσε να είχε βρει Αη-Βασίλη η Νάντια; Ή η Καίτη; Κάποιος άλλος, οποιοσδήποτε, ρε γαμώτο; Όχι βέβαια, αφού την κοπανήσανε όλοι… Τριήμερο κι έτσι… Καλά, από Τετάρτη, κουφάλες, που θα βγω να δείτε πόσο χοντρά θα λογαριαστούμε!